Στον σύγχρονο κόσμο οι περισσότερες εταιρίες έχουν τη δυνατότητα να βγουν από τα όρια των τοπικών αγορών και να βρουν χώρες, όπου μπορούν να αναπτύξουν τη δραστηριότητά τους αποτελεσματικότερα. Κατά κανόνα, στον διεθνή καταμερισμό εργασίας η κάθε χώρα διαθέτει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα.
Πρώτες ύλες. Η Ρωσία θεωρείται παραδοσιακά ως μια χώρα με πρώτες ύλες, με μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, γι’ αυτό και είναι συμφέρον να επενδύει κανείς σε αυτούς τους τομείς.
Διαδίκτυο. Υπάρχουν ωστόσο, και άλλα πεδία τα οποία μπορεί να παρουσιάζουν ακόμη και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους μελλοντικούς επενδυτές. Για παράδειγμα, στη Ρωσία σήμερα αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς το διαδικτυακό λιανικό εμπόριο. Στις πόλεις με πληθυσμό εκατομμυρίων, ο τομέας αυτός είναι αρκετά ανταγωνιστικός, σε άλλα όμως μεγάλα αστικά κέντρα εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια σε αυτόν.
Αγροτικά. Ένας άλλος επίσης ενδιαφέρον κλάδος, είναι ο γεωργικός, και η αγροτική βιομηχανία γενικότερα. Σήμερα, παγκοσμίως, παρατηρείται αύξηση της ζήτησης προϊόντων, γεγονός που συνδέεται κατά πρώτο λόγο με την αύξηση του εισοδήματος του πληθυσμού στις μεγάλες αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία. Η Ρωσία διαθέτει τεράστιες εκτάσεις εύφορων γαιών, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως. Αυτό αφορά τα κρεατικά προϊόντα, τα δημητριακά, ακόμη και τη φρουτοπαραγωγή.
Με την τελευταία, ασχολείται η ιταλική εταιρία παραγωγής μαρμελάδας ZUEGG. Το 2006 η εταιρία ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία γραμμής παραγωγής στη Ρωσία. Το 2008 επένδυσε 35 εκατ. ευρώ για το άνοιγμα της επιχείρησής της στην περιφέρεια Καλούγκα. Στην παραγωγή απασχολούνται 70 άτομα, αλλά αυτά εξασφαλίζουν έναν τζίρο 10-12 εκατ. ευρώ ετησίως. Σήμερα η παραγωγή της ZUEGG δεν πωλείται μόνο στη Ρωσία, αλλά και στο Καζακστάν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για την επιτυχία μιας επιχείρησης μεγάλο ρόλο παίζει και η στάση των τοπικών αρχών. Από αυτή την άποψη, όσον αφορά τη Ρωσία, ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της περιφέρειας Καλούγκα, όπου οι αρχές επένδυσαν πολλά για την ανάπτυξη των βιομηχανικών πάρκων και τη δημιουργία υποδομών. Παραχωρήθηκαν γεωτεμάχια, τα οποία τροφοδοτήθηκαν με φυσικό αέριο, ηλεκτροδότηση και ύδρευση, καθώς και δίκτυο συγκοινωνιών. Μέσα σε αυτά τα βιομηχανικά πάρκα ο επενδυτής μπορεί χωρίς επιπρόσθετο κόστος να λάβει έναν χώρο με μακροχρόνια μίσθωση ή να τον αγοράσει. Το σύστημα αυτό εφαρμόζει τα τελευταία χρόνια η περιφέρεια Ουλιάνοβσκ, όπως και άλλες περιοχές.
Συγκρίσεις
Οι επενδύσεις στη Ρωσία μπορούν σήμερα να αποβούν συμφέρουσες επειδή οι ανεπτυγμένες χώρες διανύουν περίοδο ύφεσης, ενώ η οικονομία της Ρωσίας εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Αν πάρουμε για παράδειγμα την Ιαπωνία, είναι μια χώρα με ανεπτυγμένη οικονομία, όπου η αύξηση του ΑΕΠ κυμαίνεται περίπου στο 1% το χρόνο. Οι εταιρίες που δραστηριοποιούνται στη συγκεκριμένη χώρα, αντικειμενικά δεν μπορούν να αναπτυχθούν πολύ γρηγορότερα από ότι η υψηλού ανταγωνισμού εθνική αγορά.
Στη Ρωσία φέτος προβλέπεται αύξηση του ΑΕΠ κατά 3-4%. Είναι χαμηλότερη από την εποχή πριν την κρίση, αλλά αισθητά υψηλότερη από ότι στις χώρες της ΕΕ. Παράλληλα, η Ρωσία είναι μια μεγάλη αγορά η οποία δεν έχει ακόμη διαμοιραστεί μεταξύ των παγκοσμίων εταιριών και εδώ υπάρχουν πολλοί τομείς στους οποίους οι ρυθμοί ανάπτυξης μπορούν επί πολλά χρόνια να παρουσιάζουν διψήφιο αριθμό ποσοστού ανάπτυξης. Η είσοδος στην αγορά αυτή μπορεί να εξασφαλίσει υψηλά κέρδη και πρόσβαση σε νέο καταναλωτικό κοινό.
Βέβαια, από την άλλη πλευρά, υπάρχουν τα προβλήματα και τα ρίσκα που συνδέονται με τις ατέλειες των κρατικών θεσμών που πραγματοποιούν τις σχετικές ρυθμίσεις. Γι’ αυτό, κατά την είσοδο στη ρωσική αγορά είναι απαραίτητο να δίδεται προσοχή όχι μόνο στις υλικές παραμέτρους (μεταξύ αυτών, στην ύπαρξη καταρτισμένων στελεχών, στις συγκοινωνιακές υποδομές, στην αγοραστική δύναμη), αλλά και στην ποιότητα της δημόσιας διοίκησης και στο επιχειρηματικό κλίμα στις περιοχές εκείνες, για τις οποίες εξετάζεται η δυνατότητα επενδύσεων. Στην ανάλυση αυτή θα μπορούσαν να αποδειχθούν χρήσιμες οι πληροφορίες του Οργανισμού Στρατηγικών Πρωτοβουλιών, ενός ειδικού φορέα ο οποίος συστάθηκε από τη ρωσική κυβέρνηση το 2011 για τη βελτίωση των συνθηκών του επιχειρηματικού περιβάλλοντος στη Ρωσία.
Ο Αντρέι Γιάκοβλεφ είναι αντιπρύτανης του Εθνικού Πανεπιστημίου Ερευνών «Ανώτατη Οικονομική Σχολή», διευθυντής του Ινστιτούτου Ανάλυσης Επιχειρήσεων και Αγορών.