
Οικία-μουσείο του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι στην Αγία Πετρούπολη. Φωτογράφος: Ανδρέας Λουμάκης
Αν
βρισκόμουν ναυαγός σε ερημονήσι, θα μου έφτανε να σώζονταν μαζί μου οι Αδελφοί
Καραμαζώφ.
Αν ήθελα να γνωρίσω από κοντά την πιο συναρπαστική γυναίκα της λογοτεχνίας, θα διάλεγα να βγω σε ραντεβού με τη Ναστάζια Φιλίποβνα –ακόμη κι αν χρειαζόταν να αντιμετωπίσω σε μονομαχία τον Ραγκόζιν ή τον πρίγκιπα Μίσκιν (ο τελευταίος θα φρόντιζε να φτάσουμε σε φιλικό διακανονισμό, ελπίζω).
Κι αν μ’ έτρωγε να μετρηθώ με τη συνείδησή μου, αν ήθελα να ψάξω ως πού μπορούν να με οδηγήσουν οι ενοχές μου, θα άφηνα τον Ροντιόν Ρομάνοβιτς Ρασκόλνικοφ να σκοτώσει τη γριά και να υποφέρει ο ίδιος το Έγκλημα και την Τιμωρία του.
Ο συγγραφέας τούτων των ηρώων, ο Φιοντόρ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι, γεννήθηκε λίγους μήνες αφότου είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα η Επανάσταση του 1821. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς έφτασε στον κόσμο –στη Μόσχα συγκεκριμένα και κάτω από τον αστερισμό του Σκορπιού- ο Ντοστογιέσκι.
Ο Λόρδος Βύρων ήταν κιόλας 33 χρονών.
Ο πατέρας του Ντοστογιέφσκι ήταν στρατιωτικός γιατρός κι εργαζόταν σ’ ένα νοσοκομείο απόρων στη Μόσχα, όπου έζησε, ανάμεσα στη φτωχολογιά, ο μικρός Φέντια με τους γονείς και τα 7 αδέρφια του για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Δεκαεφτά χρονών μπήκε στη Σχολή Στρατιωτικών μηχανικών, όμως το επάγγελμα αυτό, ξένο στην ψυχή του, το εγκατέλειψε γρήγορα και στράφηκε στο γράψιμο.
Ο ίδιος δεν ήταν φτωχός, μα ούτε πλούσιος ήταν, κι αναγκαζόταν να ξαγρυπνάει μεταφράζοντας για να ζει. Οι ομοεθνείς του μάλιστα έχουν την τύχη να διαβάσουνε μεταφρασμένη από την πένα του την «Ευγενία Γκραντέ» του Μπαλζάκ, όπως και τον «Δον Κάρλο» του Σίλλερ.
Στα 25 του χρόνια δημοσιεύεται το πρώτο του μυθιστόρημα «Οι φτωχοί» στο περιοδικό του Νεκράσοφ κι ο συγγραφέας αποκτάει αμέσως τη φήμη ενός δεύτερου Γκόγκολ.
Την ίδια χρονιά έγραψε τον «Σωσία» (αυτή τη σχεδόν σουρεαλιστική απεικόνιση ενός διπολικού χαρακτήρα που θα μπορούσε να αποτελέσει case study για τον Σίγκμουντ Φρόιντ). Αργότερα δίνει στην κυκλοφορία τις «Λευκές Νύχτες» και τη «Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβνα» που τον ξεχωρίζουν από τους συγγραφείς της νατουραλιστικής σχολής χάρη στη βαθιά ψυχαναλυτική του ματιά.
Δημοκρατική φύση ο ίδιος, μπλέκεται γρήγορα στα κινήματα της νεολαίας της εποχής του (μια νεολαία που αποτυπώνει συναρπαστικά στους «Δαιμονισμένους» αλλά και στον «Έφηβο» του).
Η τσαρική αστυνομία τον συλλαμβάνει και ο Ντοστογιέφσκι στα 28 του παραπέμπεται στο στρατοδικείο όπου καταδικάζεται σε θάνατο σαν συνωμότης, μαζί με άλλους εννέα ομοϊδεάτες του.
Ο Τσάρος Νικόλαος 1ος , όταν έφτασε στα χέρια του ο φάκελλος Ντοστογιέφσκι με αίτημα χάριτος, σημείωσε πάνω: «Τέσσερα χρόνια στα κάτεργα και στη συνέχεια να υπηρετήσει ως απλός στρατιώτης χωρίς δικαίωμα προαγωγής».
Παρόλα αυτά σκηνοθετείται μια εικονική εκτέλεση, οι συνωμότες οδηγούνται στο εκτελεστικό απόσπασμα και στήνονται στα έξι μέτρα. Τη φρίκη που ένιωσε ο συγγραφέας μπροστά στον βέβαιο θάνατο θα την διαβάσουμε αργότερα στο έργα του «Ο ηλίθιος» και «Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα».
Τέσσερα μαρτυρικά χρόνια πέρασε ο Ντοστογιέφσκι σε καταναγκαστικά έργα στο Ομσκ της Σιβηρίας. Τα βάσανά του αυτά μας εξιστορεί στις «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», ένα βιβλίο που θα γινόταν αργότερα το πρότυπο για να γράψει ο Σολτζενίτσιν το δική του μαρτυρία για τα γκουλάγκ, στο «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς».
Μετά τον θάνατο του τσάρου Νικολάου 1ου , ο Ντοστογιέφσκι παίρνει την άδεια να εγκατασταθεί στην Αγία Πετρούπολη. Αρχίζει μια πυρετώδης δημιουργική περίοδος. Δημοσιεύονται οι «Ταπεινοί και καταφρονεμένοι» (ένα έργο που μου έφερνε δάκρυα στα μάτια όταν ήμουν έφηβος). Ύστερα το «Έγκλημα και τιμωρία», «Ο ηλίθιος», «Οι δαιμονισμένοι», «Ο έφηβος».
Στα 45 του χρόνια, για να τελειώσει γρήγορα το έργο του «Ο παίκτης», για το οποίο είχε προπληρωθεί, προσλαμβάνει ως δακτυλογράφο την εικοσάχρονη Άννα Σνίτκιν. Θα την παντρευτεί ένα χρόνο αργότερα.
Το ζευγάρι, κυνηγημένο από τους δανειστές του Ντοστογιέφσκι, καταφεύγει στο εξωτερικό. Περιπλανιούνται στην Ελβετία, Γαλλία, Γερμανία σε κατάσταση μεγάλης φτώχειας.
Όταν επιστρέφουν ύστερα από τέσσερα χρόνια στη Ρωσία, η αναγνώρισή του ως μεγάλου συγγραφέα είναι πια γενική. Ο Ντοστογιέφσκι έχει γίνει το πρόσωπο της ημέρας.
Είναι πενηντάρης και απολαμβάνει μια δόξα πρωτόγνωρη. Η νεολαία τον αγαπάει ιδιαίτερα και η υγεία του έχει κάπως καλυτερεύσει. Οι επιληπτικές του κρίσεις δεν τον βασανίζουν πια τόσο συχνά.
Στα 57 του έχει πια αρκετά χρήματα ώστε να αγοράσει ένα διαμέρισμα στην Πετρούπολη, στην οδό Κουζνέσνι 5, όπου στέγασε την οικογένειά του κι έγραψε το τελευταίο του αριστούργημα «Οι αδελφοί Καραμαζώφ».
Εκεί, στο σπίτι αυτό που θυμίζει τη γειτονιά του Ρασκόλνικοφ, άφησε την τελευταία πνοή του ο συγγραφέας. Ήταν 28 Ιανουαρίου 1881, κι ο Ντοστογιέφσκι ήταν μόλις 60 χρόνων. Τα ρολόγια στο σπίτι εκείνο – που σήμερα είναι μουσείο Ντοστογιέφσκι - δείχνουν πάντα 8.38’ το βράδυ. Ήταν η στιγμή που σταμάτησε να χτυπάει η καρδιά της λογοτεχνίας.
Αν ήθελα να γνωρίσω από κοντά την πιο συναρπαστική γυναίκα της λογοτεχνίας, θα διάλεγα να βγω σε ραντεβού με τη Ναστάζια Φιλίποβνα –ακόμη κι αν χρειαζόταν να αντιμετωπίσω σε μονομαχία τον Ραγκόζιν ή τον πρίγκιπα Μίσκιν (ο τελευταίος θα φρόντιζε να φτάσουμε σε φιλικό διακανονισμό, ελπίζω).
Κι αν μ’ έτρωγε να μετρηθώ με τη συνείδησή μου, αν ήθελα να ψάξω ως πού μπορούν να με οδηγήσουν οι ενοχές μου, θα άφηνα τον Ροντιόν Ρομάνοβιτς Ρασκόλνικοφ να σκοτώσει τη γριά και να υποφέρει ο ίδιος το Έγκλημα και την Τιμωρία του.
Ο συγγραφέας τούτων των ηρώων, ο Φιοντόρ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι, γεννήθηκε λίγους μήνες αφότου είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα η Επανάσταση του 1821. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς έφτασε στον κόσμο –στη Μόσχα συγκεκριμένα και κάτω από τον αστερισμό του Σκορπιού- ο Ντοστογιέσκι.
Ο Λόρδος Βύρων ήταν κιόλας 33 χρονών.
Ο πατέρας του Ντοστογιέφσκι ήταν στρατιωτικός γιατρός κι εργαζόταν σ’ ένα νοσοκομείο απόρων στη Μόσχα, όπου έζησε, ανάμεσα στη φτωχολογιά, ο μικρός Φέντια με τους γονείς και τα 7 αδέρφια του για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Δεκαεφτά χρονών μπήκε στη Σχολή Στρατιωτικών μηχανικών, όμως το επάγγελμα αυτό, ξένο στην ψυχή του, το εγκατέλειψε γρήγορα και στράφηκε στο γράψιμο.
Ο ίδιος δεν ήταν φτωχός, μα ούτε πλούσιος ήταν, κι αναγκαζόταν να ξαγρυπνάει μεταφράζοντας για να ζει. Οι ομοεθνείς του μάλιστα έχουν την τύχη να διαβάσουνε μεταφρασμένη από την πένα του την «Ευγενία Γκραντέ» του Μπαλζάκ, όπως και τον «Δον Κάρλο» του Σίλλερ.
Στα 25 του χρόνια δημοσιεύεται το πρώτο του μυθιστόρημα «Οι φτωχοί» στο περιοδικό του Νεκράσοφ κι ο συγγραφέας αποκτάει αμέσως τη φήμη ενός δεύτερου Γκόγκολ.
Την ίδια χρονιά έγραψε τον «Σωσία» (αυτή τη σχεδόν σουρεαλιστική απεικόνιση ενός διπολικού χαρακτήρα που θα μπορούσε να αποτελέσει case study για τον Σίγκμουντ Φρόιντ). Αργότερα δίνει στην κυκλοφορία τις «Λευκές Νύχτες» και τη «Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβνα» που τον ξεχωρίζουν από τους συγγραφείς της νατουραλιστικής σχολής χάρη στη βαθιά ψυχαναλυτική του ματιά.
Δημοκρατική φύση ο ίδιος, μπλέκεται γρήγορα στα κινήματα της νεολαίας της εποχής του (μια νεολαία που αποτυπώνει συναρπαστικά στους «Δαιμονισμένους» αλλά και στον «Έφηβο» του).
Η τσαρική αστυνομία τον συλλαμβάνει και ο Ντοστογιέφσκι στα 28 του παραπέμπεται στο στρατοδικείο όπου καταδικάζεται σε θάνατο σαν συνωμότης, μαζί με άλλους εννέα ομοϊδεάτες του.
Ο Τσάρος Νικόλαος 1ος , όταν έφτασε στα χέρια του ο φάκελλος Ντοστογιέφσκι με αίτημα χάριτος, σημείωσε πάνω: «Τέσσερα χρόνια στα κάτεργα και στη συνέχεια να υπηρετήσει ως απλός στρατιώτης χωρίς δικαίωμα προαγωγής».
Παρόλα αυτά σκηνοθετείται μια εικονική εκτέλεση, οι συνωμότες οδηγούνται στο εκτελεστικό απόσπασμα και στήνονται στα έξι μέτρα. Τη φρίκη που ένιωσε ο συγγραφέας μπροστά στον βέβαιο θάνατο θα την διαβάσουμε αργότερα στο έργα του «Ο ηλίθιος» και «Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα».
Τέσσερα μαρτυρικά χρόνια πέρασε ο Ντοστογιέφσκι σε καταναγκαστικά έργα στο Ομσκ της Σιβηρίας. Τα βάσανά του αυτά μας εξιστορεί στις «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», ένα βιβλίο που θα γινόταν αργότερα το πρότυπο για να γράψει ο Σολτζενίτσιν το δική του μαρτυρία για τα γκουλάγκ, στο «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς».
Μετά τον θάνατο του τσάρου Νικολάου 1ου , ο Ντοστογιέφσκι παίρνει την άδεια να εγκατασταθεί στην Αγία Πετρούπολη. Αρχίζει μια πυρετώδης δημιουργική περίοδος. Δημοσιεύονται οι «Ταπεινοί και καταφρονεμένοι» (ένα έργο που μου έφερνε δάκρυα στα μάτια όταν ήμουν έφηβος). Ύστερα το «Έγκλημα και τιμωρία», «Ο ηλίθιος», «Οι δαιμονισμένοι», «Ο έφηβος».
Στα 45 του χρόνια, για να τελειώσει γρήγορα το έργο του «Ο παίκτης», για το οποίο είχε προπληρωθεί, προσλαμβάνει ως δακτυλογράφο την εικοσάχρονη Άννα Σνίτκιν. Θα την παντρευτεί ένα χρόνο αργότερα.
Το ζευγάρι, κυνηγημένο από τους δανειστές του Ντοστογιέφσκι, καταφεύγει στο εξωτερικό. Περιπλανιούνται στην Ελβετία, Γαλλία, Γερμανία σε κατάσταση μεγάλης φτώχειας.
Όταν επιστρέφουν ύστερα από τέσσερα χρόνια στη Ρωσία, η αναγνώρισή του ως μεγάλου συγγραφέα είναι πια γενική. Ο Ντοστογιέφσκι έχει γίνει το πρόσωπο της ημέρας.
Είναι πενηντάρης και απολαμβάνει μια δόξα πρωτόγνωρη. Η νεολαία τον αγαπάει ιδιαίτερα και η υγεία του έχει κάπως καλυτερεύσει. Οι επιληπτικές του κρίσεις δεν τον βασανίζουν πια τόσο συχνά.
Στα 57 του έχει πια αρκετά χρήματα ώστε να αγοράσει ένα διαμέρισμα στην Πετρούπολη, στην οδό Κουζνέσνι 5, όπου στέγασε την οικογένειά του κι έγραψε το τελευταίο του αριστούργημα «Οι αδελφοί Καραμαζώφ».
Εκεί, στο σπίτι αυτό που θυμίζει τη γειτονιά του Ρασκόλνικοφ, άφησε την τελευταία πνοή του ο συγγραφέας. Ήταν 28 Ιανουαρίου 1881, κι ο Ντοστογιέφσκι ήταν μόλις 60 χρόνων. Τα ρολόγια στο σπίτι εκείνο – που σήμερα είναι μουσείο Ντοστογιέφσκι - δείχνουν πάντα 8.38’ το βράδυ. Ήταν η στιγμή που σταμάτησε να χτυπάει η καρδιά της λογοτεχνίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.