Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Βασίλης Δημ. Χασιώτης : «Über alles» : η θριαμβευτική επάνοδος μιας χαμένης αυτοκρατορικής υπερηφάνειας;

 Posted by spitha80 στο Νοεμβρίου 20, 2014

χασιωτησΣτα 1945, οι νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ανάμεσα στα άλλα που επέβαλαν στη Γερμανία, ήταν και το «κόψιμο» από τον εθνικό ύμνο της Γερμανίας, της πασίγνωστης αποστροφής : «Deutschland über alles» (Η Γερμανία υπεράνω όλων).

Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά αμφιβάλλω αν «αποκόπηκε» ποτέ από τη ψυχή και τη καρδιά του μέσου Γερμανού.

Ποτέ δεν πείστηκα, με βάση όσες προσωπικές προσλήψεις των πραγμάτων έχω, και με βάση την ερμηνεία που δίνω σ’ αυτές, ότι είναι δυνατόν με νόμο να καταργήσεις πολιτισμικές παραδόσεις, ιστορικές αναμνήσεις, εθνικές, λαϊκές και κοινωνικές πραγματικότητες, μέσα στα οποία ένα άτομο γεννήθηκε, μεγάλωσε και εντάχθηκε τελικά.

Πολιτισμικές, ιστορικές, εθνικές, λαϊκές και κοινωνικές παραδόσεις, που γίνονται αποδεκτές ως αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της ζωής των ανθρώπων που τις αποδέχονται, κανείς νόμος δεν μπορεί, δεν έχει τη δύναμη να «ξεριζώσει» απ’ τη «καρδιά» όσων αισθάνονται μέρη και μέλη της ολότητας στην οποία αυτές κυριαρχούν και στην οποία είναι ελεύθερα, «ψυχή τε και σώματι» ενταγμένοι.

Η νομική απαγόρευση, μπορεί απλά, κάτω από συγκεκριμένες συγκυρίες, που ποτέ δεν λείπουν από την ιστορία, να επιφέρει το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα αυτού που επιδιώκει : να προκαλέσει σε «απαγορευμένες ιδέες και απαγορευμένα εθνικά αισθήματα» την επανεμφάνισή τους, η οποία έχοντας ως χαρακτηριστικό και τον «σωρευτικό θυμό», και την «σωρευτική αίσθηση αδικίας» όσων τελούσαν τόσα χρόνια υπό απαγόρευση στο να εκφράζουν ό,τι θεωρούν ότι τους αντιπροσωπεύει, μπορεί να φτάσει και στα άκρα, κάτι που δεν θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε αυτή η απαγόρευση.

Αυτό ισχύει τόσο για τη Γερμανία, όσο και για κάθε άλλη χώρα.

Η ιστορία, δεν είναι καθόλου φειδωλή σε παραδείγματα που πιστοποιούν αυτή μου τη θέση.

Στην Ευρώπη, εξάλλου, τις τελευταίες δεκαετίες, αναδύθηκαν νέες κρατικές οντότητες, που προήλθαν από το εθνικό και εν ταυτώ πολιτισμικό κατά βάση διαζύγιο εθνικών οντοτήτων με άλλες εθνότητες, που ποτέ τους δεν είχαν λησμονήσει το κάποτε «εθνικά ανεξάρτητο» παρελθόν τους, πριν επιχειρηθεί να απορροφηθούν από ισχυρότερες πολυπολιτισμικές κατά βάση κρατικές οντότητες με ένα «ξένο» εθνικό κορμό να συνιστά την κυρίαρχη τάξη αυτής της πολυπολιτισμικής κρατικής οντότητας.

Η ανάδυση του εθνικισμού στην Ευρώπη, τις τελευταίες δεκαετίες, για να μείνουμε σ’ αυτή τη περιοχή και σ ’αυτή τη περίοδο, φυσικά δεν αφορά μονάχα τη Γερμανία.

Αφορά όλη την Ευρώπη και φυσικά, δεν προκλήθηκε το φαινόμενο από τη Γερμανία.

Απλώς, η Γερμανία, ενισχύει το φαινόμενο με τις επιπτώσεις των ηγεμονικών της επιδιώξεων πάνω σε άλλα κράτη, δηλαδή πάνω σε άλλους λαούς και έθνη.

Το πόσο αδύναμο φαίνεται, την ίδια στιγμή, το πολυπολιτισμικό μοντέλο εμπρός στο εθνικό πρότυπο, προκύπτει από το γεγονός, ότι ζητήματα «εθνικών συμβιώσεων», μέσα στην ίδια κρατική οντότητα, μετατράπηκαν σε ζητήματα εθνικιστικών συγκρούσεων, και εκεί όπου μπορούσαν να ασκηθούν πολιτικές «εθνικών συγκλίσεων», στην ουσία επιλέχτηκαν πολιτικές εθνικιστικού περιεχομένου, δηλαδή, πολιτικές που στην ουσία της καθημερινότητας, στόχευαν και επιβεβαίωναν ακριβώς το αντίθετο αυτού που αποτελεί τη ρητορεία του πολυπολιτισμού αλλά και του διεθνισμού, δηλαδή, στόχευαν στην βασικώς πολιτική και στρατιωτική και ακολούθως οικονομική ηγεμονία μιας ξεκάθαρα κυρίαρχης ηγεμονικής εθνότητας, θέτοντας παράμερα ή και εντελώς στο περιθώριο άλλες εθνότητες, που όμως, διατηρούσαν άσβεστη τη πολιτιστική εθνική τους κληρονομιά και περηφάνεια, και βεβαίως, αισθάνονταν ως εθνότητες β΄ κατηγορίας μέσα στα πολυπολιτισμικά κράτη που βρέθηκαν συχνά εγκλωβισμένες.

Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη επιβεβαίωσε κατά τον πλέον τραγικό τρόπο αυτή την αλήθεια, ενώ στη Δυτική Ευρώπη, είναι απλά η τρέχουσα σχετική ευημερία που κρατά ενωμένες πολυεθνικές κρατικές οντότητες, κι εδώ βρίσκεται ακριβώς ο κίνδυνος : τι θα γίνει αν κάποια στιγμή στο μέλλον αυτή η σχετική ευημερία, που ήδη απειλείται, και δρα ως ένα είδος «ηρεμιστικού» κατά του εθνικισμού, πάψει να υπάρχει;

Άλλωστε, σ’ αυτή τη Δυτική Ευρώπη, συχνά βλέπουμε ότι αρκεί μια ασήμαντη ενίοτε αφορμή, να αναζωπυρώσει εθνικιστικές τάσεις.

Μάλιστα η Ανατολική Ευρώπη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι εκεί, ας πάρουμε σαν παράδειγμα την πρώην ΕΣΣΔ, μέσα στα 70 χρόνια ζωής της, ήρθαν στο κόσμο γενιές και γενιές, γαλουχημένες με τα νάματα του αριστερού διεθνισμού και του αντιεθνικισμού, με μια πλήρως ελεγχόμενη εκπαίδευση και με μια πανταχού παρούσα κρατική προπαγάνδα χωρίς αντίλογο, όπου τα νέα σοβιετόπουλα, διδάσκονταν από το γάλα της μάνας τους ως το τάφο τους, ότι είναι πρώτα σοβιετικοί και κατόπιν «Ρώσοι», «Λετονοί», Ουκρανοί», «Αζερμπαϊτζανοί», κ.λ.π.

Ακόμα και μέσα στο σπίτι τους, ίσως να ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο για τους γονείς τους, να σπείρουν την αμφιβολία στα παιδιά τους για ό,τι επισήμως διδάσκονταν στα σχολεία τους.

Ποιός λοιπόν δίδασκε στα νεαρά αυτά βλαστάρια ότι ο «σοβιετικός» άνθρωπος δεν ήταν παρά ένα νομικό, τεχνικό, καθαρά ιδεολογικό κατασκεύασμα;

Πώς ξαφνικά, μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, κάπου εκεί στο τέλειωμα της δεκαετίας του ’80 αφυπνίστηκε μέσα τους «κάτι» που ονομάζονταν με μια λέξη σχεδόν απαγορευμένη για δεκαετίες ολόκληρες : «εθνική ταυτότητα»;

Και το κυριότερο : αφυπνίστηκε η επιθυμία για εθνική αυτοδιάθεση.

Πώς αίφνης (;) η λέξη «σοβιετικός» άδειασε από έννοια και περιεχόμενο και δεν έλεγε πια τίποτα, ενώ το «Ρώσος», «Εσθονός», «Ουκρανός», έλεγαν πλέον πάρα πολλά;

Όμως, υπάρχει ακόμα κάτι πιο σημαντικό απ’ τις παραπάνω εξελίξεις.

Είναι ότι η Δυτική Ευρώπη, όχι μονάχα δεν προσπάθησε να σβήσει την εθνικιστική έξαρση και σύγκρουση στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, μα και τις ενίσχυσε σε ορισμένες περιπτώσεις, παρά το γεγονός ότι οι χώρες αυτές, είχαν πλέον αποτινάξει τη σοβιετική κατοχή σ’ αυτές, και έστρεφαν εναγωνίως το βλέμμα τους στη «Δυτική» Ευρώπη.

Ποιός ο λόγος, π.χ., να στραφεί η Ευρώπη κατά της διάσπασης της πολυενθικής και πολυπολιτισμικής Γιουγκοσλαβίας, για να φέρω ένα παράδειγμα;

Γιατί υποδαύλισε τον εθνικισμό των Κροατών, των Σλοβένων, ή των Αλβανών στο Κοσσυφοπέδιο;

Πολύ απλά, διότι ο «εθνικισμός», πάντα ήταν και εξακολουθεί να είναι χρήσιμος, στο παγκόσμιο και διεθνές παιχνίδι των Μεγάλων Δυνάμεων, παλιών και νέων.

Είναι όμως, εξίσου αληθές, ότι, π.χ. στη περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας ή της ΕΣΣΔ, καμία Ευρώπη δεν «εφεύρε» τον εθνικισμό.

Ο εθνικισμός ήταν αυτοτροφοδοτούμενος εντός των πολυεθνικών αυτών κρατών πολύ πριν τη διάλυσή τους, διότι κατ’ ουσίαν, ήταν η ίδια η κρατική τους δομή, που επέβαλε την ηγεμονία ενός «κυρίαρχου» έθνους πάνω σε άλλα, μέσα στην ίδια κρατική οντότητα.

Πολύ πρόσφατα, ξαναζήσαμε αυτή την υποδαύλιση του εθνικισμού, και στη περίπτωση της Ουκρανίας, ενώ, δεν χρειάζεται παρά να ρίξει κανείς μια ματιά στο χάρτη της Ευρώπης, για να διαπιστώσει πόσο εύθραυστες είναι διάφορες ευρωπαϊκές κρατικές οντότητες λόγω των εθνικιστικών τους εσωτερικών προβλημάτων, και το ερώτημα είναι : μέχρι πότε θα διατηρείται αυτή η «εθνική» ενότητα στα μη αμιγώς (ή σε μεγάλο βαθμό) εθνικά κράτη;

Στην εποχή της «παγκοσμιοποίησης», που θέλει το ξεθώριασμα του εθνικισμού, βλέπουμε να φουντώνει ακριβώς το αντίθετο, ανεξάρτητα από το πώς εννοιολογείται αυτός ο «εθνικισμός» στη κάθε κουλτούρα και σε ορισμένες θρησκείες.

Ο καθείς μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, όσο κι αν, ως φαίνεται, το πιο δύσκολο πράγμα είναι να διδαχθεί κανείς από την Ιστορία.

Ο πολυπολιτισμός, είναι ανάγκη να ξαναϊδωθεί στο επίπεδο της πρακτικής πολιτικής του άσκησης, εκεί όπου επιχειρείται, διότι η πιθανότητα να εγκαθιδρύεις μέσω ενός τεχνητά επιβαλλόμενου (πόσο μάλλον βίαια) πολυπολιτισμού εστίες μελλοντικών αιματηρών συγκρούσεων, ίσως να είναι μεγαλύτερη από εκείνη που υπόσχεται μια ειρηνική συμβίωση.

Κι εδώ ισχύει ότι ο πολυπολιτισμός, δεν επιβάλλεται με «διοικητικά μέτρα», ούτε με νομικά διατάγματα.

Ακριβώς όπως δεν καταπολεμείται με «διοικητικά μέτρα» και νομικά διατάγματα και ο επιθετικός εθνικισμός.

Η σημερινή Γερμανία, κοντά εβδομήντα χρόνια από το 1945, πράγματι, προσφέρει ένα παράδειγμα αναβίωσης ενός αισθήματος «εθνικής υπεροχής», περισσότερο με τα έργα παρά με τα λόγια, με την αναβίωση της αίσθησης της αυτοκρατορικής της υπεροχής.

Γεμάτη αυτοπεποίθηση, η σημερινή Γερμανία, δεν χάνει ευκαιρία να επαναβεβαιώνει την καθολική της κυριαρχία στον παραδοσιακό «ζωτικό της χώρο», που ήταν και είναι η ηπειρωτική Ευρώπη, από τη Μάγχη ίσαμε τα σύνορα με τη Ρωσία, και από τις Σκανδιναβικές χώρες ίσαμε τη Μεσόγειο Θάλασσα

Η Γερμανία, με σωφροσύνη και υπομονή, φαίνεται να αποδέχονταν την προοπτική της ισότιμα ενωμένης Ευρώπης στην οποία ήδη από πολύ νωρίς είχε ενταχθεί, στη τότε ΕΟΚ.

Αυτό κράτησε έως τη στιγμή που τα τραύματά της, κυρίως τα οικονομικά μα και επίσης σημαντικό ζήτημα της επανένωσης των δύο Γερμανιών, αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς.

Μόλις αυτό επιτεύχθηκε, άρχισε με γοργούς πλέον ρυθμούς, η Γερμανία να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και δράση με τον ευδιάκριτο στόχο, να κυριαρχήσει οικονομικά, πολιτικά μα και πολιτισμικά στην Ευρώπη.

Η διάθεσή της να καταστήσει το Γερμανικό Υπόδειγμα (κυρίως ως τρόπο αντίληψης της κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης), ως το νέο Ευρωπαϊκό Υπόδειγμα, είναι εμφανής.

Στόχος δεν είναι πλέον, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, σύμφωνα με τη δική μου ερμηνεία των πραγμάτων, να καταστεί η Γερμανία «ευρωπαϊκή», διατηρώντας βεβαίως τις δικές της κοινωνικές, πολιτικές μα και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες εν πνεύματι ισοτιμίας, αλλά, να καταστεί η Ευρώπη «γερμανική», με την -άτυπη πλην ουσιαστική- υποχρέωση της «σύγκλισης» των όποιων διαφορετικών αντιλήψεων αναφορικά με ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης προς τις αντίστοιχες γερμανικές αντιλήψεις.

Έτσι, μαζί με το αυτοκρατορικό γερμανικό παρελθόν, «αναστήθηκαν» και όλα τα συμπαρομαρτούντα του, όπως η «κλασική» γερμανική «προδιάθεση» προς την επίδειξη και κυρίως τη χρήση της πυγμής, μιας «πυγμής», με την πολύ ιδιαίτερη «γερμανική» αντίληψή της, η οποία ενισχύεται αρκούντως και από το θρησκευτικό στοιχείο, (τόσο κοινό σε όλες σχεδόν της εξουσίες του κόσμου τούτου), τον προτεσταντισμό.

Όπως επίσης, θεωρώ ότι η έννοια της «ισοτιμίας» όλων των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, περισσότερο ίσως και από τις άλλες δύο πρώην αυτοκρατορικές δυνάμεις, την Βρετανία και τη Γαλλία, με τη Βρετανία να παρακολουθεί από απόσταση αυτό το «γίγνεσθαι», την δε Γαλλία να μη μπορεί να ξεκολλήσει, τουλάχιστον από την εποχή του Μεγάλου Ναπολέοντα από το ρόλο του μακράν δεύτερου (από τη Γερμανία) στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, είναι μια έννοια (αυτή της «ισοτιμίας») για τη Γερμανία όχι απλώς μη παραδεκτή και επομένως μη αποδεκτή, είναι, εκτιμώ, πολύ περισσότερο μια άγνωστη λέξη στο λεξιλόγιό της, παρά το «εντατικό φροντιστήριο» που της είχε γίνει στα πρώτα στάδια της ένταξής της στην τότε ΕΟΚ.

Είναι ως φαίνεται συστατικό της ίδιας της γερμανικής κουλτούρας η επιδίωξη του ηγεμονισμού, σε βαθμό που υπερβαίνει τις δυνατότητες της όποιας χαλιναγώγησής της.

Για να λείψει αυτή η «ηγεμονική προδιάθεση», πρέπει να λείψει αυτή η παράδοση.

Πόσο όμως αυτό είναι εφικτό και κυρίως, πόσο μπορεί να αξιώσει κάποιος μια τέτοια «διαγραφή παράδοσης»;

Εφικτό σίγουρα δεν είναι.

Όμως, το να απαιτήσει η Ευρώπη από την Γερμανία «πολιτισμική ισοτιμία» (στο επίπεδο των αντιλήψεων για την οικονομία, την πολιτική, την κοινωνία ως τέτοια και ως μορφές οργάνωσης, και βεβαίως στο επίπεδο του σχεδιασμού όλων αυτών) και «ισοτιμία» στον προσδιορισμό του «ευρωπαϊκού γίγνεσθαι», αυτό δεν είναι απλώς δυνατό, είναι επιβεβλημένο.

Αν η Γερμανία, ή όποια άλλη πρώην αυτοκρατορική δύναμη ή άλλη χώρα με ανερχόμενες ηγεμονικές βλέψεις, αναφέρομαι πάντα στην Ευρώπη, αισθάνεται ότι «πνίγεται» από μια τέτοια «ισοτιμία», ή ότι αποτελεί μια τέτοια «ισότιμη κατάσταση» «βαρίδι» για τις δικές της εθνικές φιλοδοξίες και προοπτικές, οικονομικές και όχι μόνο, τότε, ελευθέρως, μπορεί να απολαύσει την «ιδιαιτερότητά» της αποχωρώντας από την Ευρώπη, έτσι ώστε, ούτε αυτή να «πνίγεται», μα ούτε και να «πνίγει» άλλους.

Μάλιστα, η Γαλλία που αναφέρω παραπάνω, στην ουσία, χωρίς ίσως η ίδια να το αντιληφθεί, έδωσε το καλύτερο «άλλοθι» στην ανάδειξη της γερμανικής ηγεμονίας, διότι από την ίδρυση της τότε ΕΟΚ, είχε προβληθεί ο κυρίαρχος ρόλος στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι του «άξονα» Παρισίων – Βόννης (Βερολίνου αργότερα), θεωρώντας το Παρίσι ότι η ηγεμονική της θέση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (με χίλιους δυό κόπους από πλευράς Ντε Γκωλ και με την δύσθυμη ενίοτε ανοχή των ΗΠΑ και της Βρετανίας) θα διατηρούνταν και μεταπολεμικά.

Όμως αυτό δεν συνέβη.

Ο «άξονας» Παρισίων – Βερολίνου, από ένα σημείο και πέρα, ίσως μετά τον θάνατο του στρατηγού Ντε Γκωλ, και πάντως μετά την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, έπαψε να είναι «άξονας», για ένα πολύ απλό λόγο : διότι η Γαλλία έχασε κάθε συγκριτικό στοιχείο δύναμης απέναντι στο Βερολίνο, κυρίως στην οικονομία, τόσο απαραίτητο για να χρηματοδοτεί τον ηγεμονισμό της, και επομένως, έχασε και τον ηγετικό της ρόλο, άρα, «άξονας» δεν υπάρχει, διότι δεν νοείται «άξονας» χωρίς δύο σημεία, χωρίς δύο άκρα.

Την ίδια στιγμή, αυτή καθαυτή η -αρχική- αντίληψη της «διπολικής» ηγεμονίας στην Ευρώπη, που φανερά τόνιζε το θέμα της «ηγεμονίας» κάποιων δυνάμεων στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, έθετε ταυτόχρονα και τα θεμέλια της μελλοντικής ουσιαστικής πια αμφισβήτησης του στοιχείου της «ισότιμης» συμμετοχής ΟΛΩΝ των κρατών – μελών σ’ αυτό το «ευρωπαϊκό γίγνεσθαι», και στην ουσία, η σημερινή Γερμανία δεν είναι παρά ο εναπομείνας «κληρονόμος» μιας πολιτικής παρακαταθήκης αναφορικά με το ποιος «δικαιούται» να ηγεμονεύει στην Ευρώπη, μια πολιτική ευρωπαϊκής ηγεμονίας, που είναι αλήθεια, δεν μπορεί να «χρεωθεί» -στα αρχικά της στάδια τουλάχιστον- αποκλειστικά στη Γερμανία.

Η -μετέπειτα, με επουλωμένα τα τραύματά της- Γερμανία, απλά, βρήκε ένα έτοιμο «έδαφος» που όχι μονάχα επέτρεπε την αναβίωση του ηγεμονισμού της, μα στην ουσία είχε φροντίσει να σπείρει το σπόρο του, από πολύ παλιά, η ίδια η Γαλλία.

Όμως εκτός από τους «ηγεμόνες», υπάρχουν και οι μη ηγεμόνες στην Ευρώπη αυτή.

Για την ακρίβεια, θέλουμε μια Ευρώπη με ηγεμονικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, χωρίς ηγεμόνες εντός της Ευρώπης.

Η Ευρώπη πρέπει να διοικείται δημοκρατικά και ισότιμα από όλα τα μέλη της.

Θέλουμε την Ευρώπη, ένα τόπο ευημερίας και προόδου, ΟΛΩΝ.

Δεν ονειρευόμαστε την Ευρώπη μια άγρια θάλασσα, στην οποία κάποιοι θα διαθέτουν αρκετά μεγάλα και ασφαλή πλοία χωρίς να διακινδυνεύουν, άλλοι λιγότερο μεγάλα και λιγότερο ασφαλή, και άλλοι να κολυμπούν μέσα στα μανιασμένα κύματα, με μοναδική βοήθεια ένα παιδικό σωσίβιο.

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ Γερμανία, πέτυχε να «εξελιχθεί» σε ένα διαρκώς δυνητικό «διαλυτικό» παράγοντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή διαμορφώνεται τρεχόντως.

Ποτέ ίσως άλλοτε, δεν είχε αμφισβητηθεί αυτή η προοπτική της πλήρους ευρωπαϊκής ενοποίησης, όσο σήμερα.

Αποτελεί πεποίθησή μου, ότι η Γερμανία, ίσως ποτέ να μην αισθάνθηκε «ευρωπαϊκή».

Ίσως πάντοτε να αισθάνονταν ότι είναι ο μόνιμος «Άλλος», σε ένα συλλογικό «Εμείς», που η Ευρώπη επιχειρούσε να εγκαθιδρύσει, χωρίς όμως ποτέ να το πετύχει, κι αυτό βεβαίως, ως εξέλιξη δεν βαραίνει μόνο τη Γερμανία, βαραίνει και πολλούς άλλους.

Αυτός ο «Άλλος», σ’ αντίθεση με πολλούς εταίρους του, κυρίως του Νότου, είναι ο «μεθοδικός», ο «περιβόητα οργανωτικός», ο «οικονομικά αποδοτικός και αποτελεσματικός», ο «σώφρων», ο «μη σπάταλος» παίκτης στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Είναι πάνω απ’ όλα ο «πειθαρχημένος» παίκτης, τόσο πειθαρχημένος ώστε θα μπορούσα εδώ να χρησιμοποιήσω τον όρο τού «πολιτικού μιλιταρισμού».

Δηλαδή, μια «πειθαρχία» που προσωπικά με παραπέμπει στη στρατιωτική πειθαρχία.

Η διαφορά στη παραπάνω διάσταση Ευρώπης – Γερμανίας είναι, πως αν η Γερμανία διαφοροποιείται για ένα πολύ σοβαρό λόγο, διότι αισθάνεται ότι οικονομικά τουλάχιστον, η Ευρώπη έχει ανάγκη την Γερμανία πολύ περισσότερο απ’ ό,τι έχει ανάγκη η Γερμανία την Ευρώπη, οι υπόλοιποι, πλην Βρετανίας, στην ουσία ερίζουν στο αν δικαιούνται μια ή δυο περισσότερες καρδάρες γάλα από την «ευρωπαϊκή αγελάδα» την οποία αρμέγουν, ο καθείς για να γεμίσει τη δική του αποθήκη και όχι μια κοινή αποθήκη.

Για να το πω ωμά, ορισμένες φορές, εισπράττω την εικόνα ψιλικατζίδικου, σε ό,τι αφορά την συμπεριφορά κάποιων.

Δεν θα μείνω όμως άλλο πάνω στο θέμα της γερμανικής ηγεμονίας.

Άλλωστε για το θέμα αυτό, δηλαδή του γερμανικού νεοηγεμονισμού, έχω αναφερθεί σε αρκετά άρθρα μου, τα τελευταία χρόνια.

Βεβαίως δεν είμαι ο μόνος που «εντοπίζω» το γεγονός αυτό.

Στις τελευταίες γερμανικές εκλογές, που ήταν θριαμβευτικές για την Άγκελα Μέρκελ, ο έγκριτος δημοσιογράφος Γιώργος Μαλούχος, έγραφε στις 28/11/2013 (www.tovima.gr) : «Όμως ταιριάζει σήμερα όσο ποτέ, …το «Deutschland über alles», «Η Γερμανία πάνω απ” όλα»… Ταιριάζουν όμως με το σήμερα και εκείνα που δεν κόπηκαν, στην τρίτη στροφή: “Ενότητα, δικαιοσύνη και ελευθερία για την γερμανική Πατρίδα! Αυτό να επιδιώξουμε αδερφικά με καρδιά και χέρια! Ενότητα, δικαιοσύνη και ελευθερία είναι η βάση της ευτυχίας! Άνθησε στο φως της ευτυχίας αυτής, άνθησε γερμανική Πατρίδα”.»

Προσωπικά, η αναφορά του κάθε λαού στο όποιο ένδοξο παρελθόν του, («ένδοξο» υπό κάθε δυνατή έννοια : πολιτισμική, στρατιωτική κ.λπ), δεν με ενοχλεί διόλου, εφόσον δεν στρέφεται κατά της ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας άλλων λαών και χωρών και δεν προπαγανδίζει το μίσος μεταξύ των λαών.

Άλλωστε, ο κάθε εθνικός ύμνος, ακριβώς σ’ αυτό αποσκοπεί : στο να κινητοποιεί τις δυνάμεις ενός λαού, ενός έθνους, στη κατεύθυνση της επιβίωσης και της προόδου του, επικαλούμενος ένδοξες σελίδες από το παρελθόν του, με βάση πάντα τον ιδιαίτερο τρόπο πολιτισμικής προσέγγισης του κάθε λαού, στο πώς αντιλαμβάνεται αυτή τη πορεία του στο χρόνο.

Αν συχνά αναφέρομαι στον γερμανικό νεοηγεμονισμό, είναι διότι και η ίδια η Γερμανία συχνά μας απασχολεί με την επιδίωξή της αυτή.

Επίσης, αν συχνά αναφέρομαι στον γερμανικό νεοηγεμονισμό, είναι διότι ο ηγεμονισμός αυτός, έχει αφήσει το ιστορικά αξεπέραστο αιματοβαμμένο του στίγμα στο παρελθόν, κατά τρόπο που δεν είναι δυνατό να λησμονηθεί, και δεν είναι ομοίως δυνατό, η πάντα επαγρυπνούσα για τα ηγεμονικά της συμφέροντα Γερμανία, γι’ ακόμα μια φορά, να βρει μια Ευρώπη βυθισμένη ξανά μέσα σε ένα νέο κενό ηγεσίας, και για να κυριολεκτούμε, αυτή την «ορφανή» ηγεσίας Ευρώπη την έχει ήδη βρει, γι’ αυτό και το Βερολίνο κυριολεκτικά «αλωνίζει».

Και δεν μπορεί να ξεχαστεί αυτό το αιματοβαμμένο στίγμα, διότι δεν ήταν τόσο η σκληρότητα που επέδειξαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ήταν η βαρβαρότητα, που δεν είχε σχέση με τη σκληρότητα.

Τι σχέση έχει με τη σκληρότητα το ξεκοίλιασμα με τη ξιφολόγχη της εγκύου, η δολοφονία ακόμα και βρεφών, το να καις ζωντανούς αμάχους;

Θα συμφωνήσω όμως σε δύο πράγματα.

Το ένα, οτι στη Δίκη της Νυρεμβέργης, μιας και παραπάνω εστίασα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έπρεπε να υπήρχαν και υπόλογοι για εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας και από τη πλευρά των νικητών : π.χ., ό,τι συνέβη στο δάσος του Κατύν και ο βομβαρδισμός της Δρέσδης, είναι εγκλήματα που «χαρίστηκαν» στους συμμάχους.

Το δεύτερο, ότι η βαρβαρότητα, δεν είναι ασφαλώς αποκλειστικό προνόμιο της Γερμανίας : οι Μεγάλες Δυνάμεις (όχι μόνο η Γερμανία), έχουν όλες τους εγγεγραμμένες στις ιμπεριαλιστικές επεκτατικές τους δραστηριότητες, ανάλογα με τα παραπάνω παραδείγματα βαρβαρότητας, αλλά, δεν θυμάμαι ποτέ κάποιος Βρετανός, Γάλλος, Ρώσος (ή Σοβιετικός) ή Αμερικανός στρατηγός, υπουργός, κρατικός αξιωματούχος ή πρωθυπουργός ή Πρόεδρος να έχει παραπεμφθεί σε Διεθνές Δικαστήριο με τη κατηγορία των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.

Οι ΗΠΑ που παραπέμφθηκαν στο Διεθνές Δικαστήριο ως χώρα πριν 30 κοντά χρόνια για τη περίπτωση της Νικαράγουα και καταδικάστηκαν, απλά, έγραψαν προκλητικά στα παλιότερα των υποδημάτων τους την απόφαση αυτή.

(Μπορεί κάποιος να μου πει, σωστά, για ποιο λόγο εξαιρώ ανάλογα παραδείγματα από μικρές χώρες : δεν το κάνω για κανένα άλλο λόγο, εξόν από το ότι εδώ εστιάζω σε ζητήματα ηγεμονίας των Μεγάλων Δυνάμεων -του παρελθόντος και του παρόντος).

Γιατί λοιπόν μένω μόνο στην Γερμανία;

Διότι τυγχάνει να είναι «εταίρος» μας…

Διότι τυγχάνει να βρισκόμαστε στην ίδια «οικογένεια»…

Διότι «μιλώ για τα του οίκου μας»…

Σ’ αυτό το «κοινό σπίτι», ένα μέλος του, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα συμβίωσης στα υπόλοιπα.

Η Ευρώπη πρέπει να αφυπνισθεί, πριν είναι πολύ αργά.

Η «λύση» δεν μπορεί να είναι να σύρεται η Ευρώπη από τη προοπτική της Ενότητάς της στη προοπτική ενός αγοραίου οράματος, όπου όλα είναι, «δούναι και λαβείν», όπως κάποια στιγμή είπε, αν η μνήμη μου δεν με απατά, η γερμανίδα καγκελάριος.

Η «λύση» είναι η πολιτική της ενοποίηση, με όρους πλήρους ισοτιμίας.

Διαφορετικά, είναι πολύ πιο χρήσιμο για όλους, να ξαναγυρίσουμε στους όρους λειτουργίας της παλαιάς ΕΟΚ, χωρίς τον στόχο της πολιτικής ενοποίησης, και σε ό,τι αφορά το «κοινό νόμισμα», το ευρώ, αυτό, ή θα γίνει κάποια στιγμή όντως «κοινό» υπό την έννοια της «κοινής» του χρησιμότητας ΓΙΑ ΟΛΕΣ τις οικονομίες της Ευρώπης, ή, διαφορετικά, αν είναι να εξακολουθούμε να έχουμε ως νόμισμα καμουφλαρισμένο το γερμανικό μάρκο, τουλάχιστον ας το παραδεχτούμε, αντί να κρυβόμαστε πίσω από ωραίες και μεγάλες λέξεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Απλοί τρόποι να ενισχύσετε το ανοσοποιητικό σύστημα του παιδιού

  ΠΑΙΔΙ  |  10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2020 | 06:00  |  IMOMMY TEAM Ειδικά αυτήν την περίοδο που η πανδημία του κοροναϊού απειλεί την υγεία ...