Του Βασίλη Γεώργα
Παρά τις εργώδεις προσπάθειες του υπουργού Ανάπτυξης Γιώργου Σταθάκη να πείσει τους δανειστές για την αναγκαιότητα να μην εφαρμοστεί στην Ελλάδα, το μοντέλο της πώλησης κόκκινων δανείων σε distress funds, το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο και οι πιθανότητες να ανοίξουν τελικά οι πόρτες στους λεγόμενους "γύπες των αγορών" αυξάνονται γεωμετρικά όσο δεν βρίσκεται λύση.
Το γεγονός πως για πρώτη φορά χθες ο αρμόδιος υπουργός δεν απέκλεισε κατηγορηματικά -όπως έκανε το προηγούμενο διάστημα- το ενδεχόμενο να πουληθούν δάνεια σε funds, αλλά παρέπεμψε στην διαπραγμάτευση που βρίσκεται σε εξέλιξη, ερμηνεύεται ως ένδειξη πως οι πιέσεις των δανειστών έχουν κορυφωθεί  ενόψει της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, το ύψος της οποίας είναι άρρηκτα δεμένο με το μοντέλο που τελικά θα υιοθετηθεί για την ανάκτηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους από τα 100 δισ. ευρώ των κόκκινων και μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Κεντρική θέση της κυβέρνησης μέχρι σήμερα, είναι ότι στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, έχει αποτρέψει την διάθεση κόκκινων στεγαστικών δανείων καθώς και δανείων ελεύθερων επαγγελματιών και μικρομεσαίων επιχειρηματιών τα οποία συνδυαστικά αποτελούν το ένα τρίτο των μη εξυπηρετούμενων οφειλών προς τις τράπεζες και χαρακτηρίζονται από "υψηλό δείκτη" κοινωνικής ευαισθησίας.  
Ωστόσο ήδη η ελληνική πρόταση για τη δημιουργία ειδικού φορέα ή Bad Bank για τη διαχείριση του προβλήματος έχει πέσει στο κενό, ενώ έχει μισανοίξει πλέον η πόρτα της "ενεργητικής διαχείρισης" τουλάχιστον των επιχειρηματικών δανείων άνω των 60 δισ. ευρώ, ήγουν μεταξύ άλλων όχι μόνο της ανάθεσης διαχείρισης από τις τράπεζες σε εξειδικευμένες εταιρείες, αλλά και της πώλησής τους σε επενδυτικές – εισπρακτικές εταιρείες.  Η προοπτική αυτή έχει πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις στο παρασκήνιο από μετόχους επιχειρήσεων με μεγάλες ληξιπρόθεσμες οφειλές των οποίων η διαχείριση ουσιαστικά θα περάσει σε εξειδικευμένες "εισπρακτικές" εταιρείες ή ολόκληρος ο δανεισμός τους σε distress funds.  
Για τα στεγαστικά δάνεια επιπλέον, δεν προβλέπεται να γίνει καμία επιπλέον ρύθμιση απαγόρευσης διενέργειας των πλειστηριασμών μετά το 2015 (σ.σ σήμερα ουσιαστικά υπάρχει σιωπηρή παράταση), καθώς η κυβέρνηση θεωρεί πως ο ανανεωμένος νόμος "Κατσέλη" και η αξιοποίηση του Κώδικα Δεοντολογίας παρέχει επαρκή προστασία στους οικονομικά αδύναμους δανειολήπτες.  
Το συνολικό μοντέλο που προωθεί η κυβέρνηση για τη ρύθμιση στεγαστικών δάνειων και των  δάνειων των μικρομεσαίων, βασίζεται ως επί το πλείστον στο θεσμικό πλαίσιο των προηγούμενων κυβερνήσεων, με την προσθήκη ενός ακόμη σημαντικού θεσμού που θα είναι η Υπηρεσία Πίστωσης και Πλούτου. Συγκεκριμένα :
- στο νόμο Κατσέλη ο οποίος διευρύνθηκε για να περιλαμβάνει πλέον και χρέη προς το Δημόσιο ενώ προβλέπει fast track διαγραφές καταναλωτικών δανείων μέχρι 20.000 ευρώ για τα πολύ φτωχά νοικοκυριά.
- στον νόμο "Δένδια" ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα ρύθμισης ή και διαγραφής οφειλών έως 500.000 ευρώ ανά τράπεζα για μικρομεσαίους και ελεύθερους επαγγελματίες με τζίρο 2,5 εκατ. ευρώ,
- στις δυνατότητες ρυθμίσεων που δίνει ο Κώδικας Δεοντολογίας της ΤτΕ με βάση τις αρχές του "συνεργάσιμου δανειολήπτη" και των "εύλογων δαπανών διαβίωσης", ο οποίος τελεί υπό αναθεώρηση.
- στο νέο θεσμικό πλαίσιο που ετοιμάζει το υπουργείο Οικονομίας αναμένεται να θεσπιστεί και η ίδρυση της δημόσιας Υπηρεσίας Πίστωσης και Πλούτου. Πρόκειται για έναν δημόσιο φορέα, ο οποίος θα συγκεντρώσει και θα έχει πλήρη εικόνα για όλα τα περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, καταθέσεις κ.λπ.) των δανειοληπτών. Ρόλος της Υπηρεσίας Πίστωσης και Πλούτου θα είναι να αξιολογεί την ικανότητα των νοικοκυριών ή ακόμη και των μικρών επιχειρηματιών να αποπληρώνουν τα δάνειά τους. Ανάλογα με την "βαθμολογία" θα μπορούν να διεκδικούν από τις τράπεζες την ευνοϊκότερη για αυτούς ρύθμιση των δανείων τους. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται να επιλυθούν και οι διενέξεις μεταξύ των τραπεζών και των δανειοληπτών και έχουν να κάνουν με την αμφισβήτηση των στοιχείων που προσκομίζουν οι τελευταίοι για να διευθετήσουν τις οφειλές τους.