Γράφει ο Βασίλης Παπαγεωργίου
Δόκιμος Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ
Για όποιον έχει ταξιδέψει στο πολύχρωμο Kapalıçarşı (Grand Bazaar) της Κωνσταντινούπολης, είναι εύκολο να φέρει στη μνήμη του τα χρονοβόρα παζάρια τα οποία, θέλοντας και μη, πραγματοποίησε στην πολυδαίδαλη αυτή αγορά. Γι’αυτούς οι οποίοι έζησαν λίγο περισσότερο στην Πόλη, ήταν επίσης γνωστό πως τα διαθέσιμα προς πώληση προϊόντα είχαν τουλάχιστον τριπλάσια αρχική τιμή απ’ότι σε άλλα ομοειδή συνοικιακά και άσημα υπαίθρια παζάρια της Πόλης. Οι «σκληρές διαπραγματεύσεις» είχαν ως αποτέλεσμα την επίτευξης μιας έκπτωσης στη τελική τιμή ακόμα και της τάξεως του 50%, η οποία όμως δεν είχε ιδιαίτερα πρακτικά οφέλη για τον καταναλωτή-αγοραστή, παρά μόνο ψυχολογικής φύσεως καθώς η «διαπραγμάτευση» αποτελούσε μέρος του marketing αφού συνδέεται άρρηκτα με το brand name του Παζαριού και εμμέσως της ίδιας της χώρας.
Μολονότι το Kapalıçarşı έκλεισε τις πύλες του,[1] τα μεγάλα παζάρια συνεχίζουν στη γείτονα χώρα. Η διαπραγματευτική δεινότητα των Τούρκων είναι εμφανής εάν παρατηρήσει κάποιος την δεξιότητα που έχουν στο να χρησιμοποιούν ακόμα και δυσμενείς εκ πρώτης όψεως καταστάσεις, προς όφελος τους.[2]
Και ενώ είναι πλέον πασιφανές πως η τρέχουσα προσφυγική κρίση αποτελεί μοχλό πίεσης εις βάρος της ΕΕ,[3] λίγα λόγια έχουν ειπωθεί για το εσωτερικό επιχειρησιακό «θέατρο» και την εσωτερική νομιμοποίηση που καλείται να διατηρήσει ο Ερντογάν.
Η πλέον πρόσφατη έκρηξη στη Μεγάλη οδό (İstiklal Caddesi) του Πέρα (Beyoğlu) στην Κωνσταντινούπολη, μια επίθεση η οποία πραγματοποιήθηκε στο πιο πολυσύχναστο σημείο της Πόλης, και κοντά στο Ελληνικό προξενείο, ήρθε να προσθέσει άλλη μια μαύρη σελίδα στο ιστορικό των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων που τείνουν δυστυχώς να γίνουν ένα συνηθισμένο φαινόμενο για τη γειτονική χώρα.[4],[5] Σε διάστημα μόλις ενός έτους, έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 11 (!) σημαντικές τρομοκρατικές επιθέσεις κυρίως σε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη με τις περισσότερες να λαμβάνουν χώρα στο δεύτερο μισό του 2015, ενώ μάλιστα αρκετές εξ αυτών είχαν ως αποτέλεσμα πολλούς νεκρούς και τραυματίες.[6],[7]
Μολονότι η γειτονική χώρα αντιμετώπιζε συχνά προβλήματα τρομοκρατικών επιθέσεων, αυτή η συγκυρία μοιάζει διαφορετική από τις προηγούμενες. Τα απανωτά τρομοκρατικά χτυπήματα φαίνεται πως αποτελούν ένα ισχυρό χαρτί νομιμοποίησης στα χέρια του Ερντογάν εν μέσω μιας πρωτοφανούς οργανωμένης προσπάθειας φίμωσης του Τύπου, και της κοινής γνώμης.[8]
Δεν είναι η πρώτη φορά όμως όπου η τουρκική πολιτική ηγεσία χρησιμοποιεί τα εις βάρος της χτυπήματα με έντεχνο τρόπο προς όφελός της. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητα οι βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2015, οι οποίες επαναλήφθηκαν στις αρχές Νοεμβρίου 2015 και των οποίων είχαν προηγηθεί δύο σημαντικά τρομοκρατικά χτυπήματα τα οποία δείχνουν πως συσπείρωσαν τον κόσμο, όχι μόνο υπέρ του Ερντογάν, αλλά πολύ περισσότερο κατά ενός κοινού εχθρού.[9],[10]
Αυτό το φαινόμενο το οποίο στη διεθνή βιβλιογραφία της πολιτικής επιστήμης και των διεθνών σχέσεων ορίζεται ως «Rally around the flag» (Συσπείρωση γύρω από τη σημαία)[11] έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να εξασφαλίσει ο Ερντογάν την πολυπόθητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις τελευταίες εκλογές, η οποία θα του χορηγούσε τις υπερεξουσίες που ήθελε, μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης και της μετάβασης σε ένα προεδρικό σύστημα (με αυξημένες αρμοδιότητες στον Πρόεδρο).
Το Rally around the flag effect φαίνεται εκ του αποτελέσματος ότι αποτελεί το κύριο συνεκτικό στοιχείο στην εσωτερική πολιτική σκηνή της γειτονικής χώρας τη δεδομένη χρονική στιγμή. Η πρόσφατη διπλωματική κρίση με τη Ρωσία, και η προσφυγική κρίση λόγω του Συριακού πολέμου, φαίνεται πως συντελούν στο ίδιο αποτέλεσμα, σε συνδυασμό πάντα με τις πολυάριθμες τρομοκρατικές επιθέσεις που δέχεται η Τουρκία το τελευταίο έτος.[12]
Ακόμα και εάν κάποιος απορρίψει πλήρως τους ισχυρισμούς ότι κάποιες από τις τρομοκρατικές επιθέσεις αυτές αποτελούν προβοκάτσια εκ μέρους της Τουρκικής κυβέρνησης, παραμένει άξιο απορίας το πως το παρεμβατικό και «συγκεντρωτικό» (όσον αφορά τον βαθμό ελέγχου στο εσωτερικό επιχειρησιακό «θέατρο») Τουρκικό κράτος απέτυχε να προλάβει όλες τις παραπάνω επιθέσεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε κεντρικά σημεία μεγάλων πόλεων και με ισχυρή αστυνομική παρουσία.[13] Άξιο αναφοράς είναι επίσης το γεγονός πως το Γερμανικό ΥΠΕΞ καθώς και η Γερμανική Πρεσβεία παρέμειναν κλειστές στις 18 και 19 Μαρτίου (ημέρα της τελευταίας επίθεσης) σε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη καθώς περίμεναν τρομοκρατική επίθεση, γεγονός που είχαν γνωστοποιήσει στο ευρύ κοινό και γνώριζε και η τουρκική κυβέρνηση.[14]
Συμπτωματικά οι επιθέσεις αυτές φαίνεται πως έχουν πολλαπλασιαστεί σε μια περίοδο όπου η τουρκική ηγεσία έρχεται αντιμέτωπη με διεθνή κατακραυγή για τη φίμωση του Τύπου, καθώς και για τους χειρισμούς της όσον αφορά το προσφυγικό.[15] Αντίθετα με τις αντιδράσεις όπου θα ανέμενε κάποιος στο εσωτερικό ενός «δημοκρατικού» κράτους, φαίνεται πως στην περίπτωση της Τουρκίας, η πλειοψηφία του κόσμου αποδέχεται σιωπηρά την υπάρχουσα κατάσταση, καθώς η «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» έχει οδηγήσει σε ένα πολωτικό κλίμα, αφού η εικόνα της θυματοποίησης της Τουρκίας είναι πλέον αποδεκτή όχι μόνο από το εσωτερικό ακροατήριο, αλλά και σε ένα μικρότερο βαθμό από το εξωτερικό.[16]
Ο εξωτερικός εχθρός, ο οποίος έχει πάρει στο παρελθόν πολλά ονόματα, είναι αυτή τη στιγμή –και πάλι– οι Κούρδοι τρομοκράτες. Και ενώ παλαιότερα υπήρχαν πιο σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ του PKK-τρομοκρατών και των υπολοίπων Κούρδων, αυτές οι γραμμές έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν.[17],[18] Οι Κούρδοι, οι οποίοι αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού της Τουρκίας,[19] φαίνεται πως σταδιακά βρίσκονται σε ολοένα και πιο επικίνδυνο γι’αυτούς περιβάλλον. Σε αυτό γεγονός ήρθε να συντελέσει και η πρόσφατη πρωτοβουλία του PYD/YPG (Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης Κούρδων Σύριων, το οποίο λογίζεται ως τρομοκρατική οργάνωση από την Τουρκία)[20] για τη δημιουργία ομοσπονδιακού συστήματος σε περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους στη βόρεια Συρία με το όνομα «Ομοσπονδία της βόρειας Συρίας».[21]
Συμπερασματικά, το πολωτικό κλίμα το οποίο έχει δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα των πολύνεκρων τρομοκρατικών επιθέσεων, έχει οδηγήσει όχι μόνο σε επαρκή νομιμοποίηση των πρωτοβουλιών του καθεστώτος Ερντογάν αλλά και σε ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο που χρησιμοποιείται όποτε οι συνθήκες το καθιστούν αναγκαίο.[22] Κάποιες μάλιστα από τις εν λόγω πρωτοβουλίες έχουν ζημιώσει άμεσα (διεθνές κύρος και θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη)[23] και έμμεσα τη χώρα (τουριστικός τομέας).[24]
Η φίμωση και ο έλεγχος του Τύπου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν «αναγκαία θυσία» της Δημοκρατίας, στο βωμό της ασφάλειας.[25] Καθώς το θεωρητικό εκκρεμές γέρνει ολοένα και περισσότερο προς το άκρο της ασφάλειας, απομακρύνεται από το αντίστοιχο άκρο της ελευθερίας. Δυστυχώς είναι αμφίβολο, το εάν θα επιτευχθεί πραγματική και ουσιαστική ασφάλεια καθώς η αποτροπή μελλοντικών τρομοκρατικών επιθέσεων φαντάζει αμφίβολη σε ένα καθεστώς το οποίο δείχνει να εστιάζει Μακιαβελικά στους πολιτικούς σκοπούς του. Η τακτική της Τουρκικής ηγεσίας φαίνεται πως είναι να διαχειρίζεται μεταξύ των άλλων και την ασφάλεια των πολιτών της με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχύει την διαπραγματευτική της ισχύ. Σε αυτό το ανατολίτικο παζάρι «υψηλής πολιτικής», το Ισλαμιστικό καθεστώς του Ερντογάν μοιάζει να αδιαφορεί για την κατ’ουσίαν ασφάλεια και ελευθερία των άτυχων πολιτών-θυμάτων του φαινομένου της τρομοκρατίας, στης οποίας τη δημιουργία, το ίδιο έχει συντελέσει σημαντικά.[26]
Πηγή ΚΕΔΙΣΑ
Δόκιμος Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ
Για όποιον έχει ταξιδέψει στο πολύχρωμο Kapalıçarşı (Grand Bazaar) της Κωνσταντινούπολης, είναι εύκολο να φέρει στη μνήμη του τα χρονοβόρα παζάρια τα οποία, θέλοντας και μη, πραγματοποίησε στην πολυδαίδαλη αυτή αγορά. Γι’αυτούς οι οποίοι έζησαν λίγο περισσότερο στην Πόλη, ήταν επίσης γνωστό πως τα διαθέσιμα προς πώληση προϊόντα είχαν τουλάχιστον τριπλάσια αρχική τιμή απ’ότι σε άλλα ομοειδή συνοικιακά και άσημα υπαίθρια παζάρια της Πόλης. Οι «σκληρές διαπραγματεύσεις» είχαν ως αποτέλεσμα την επίτευξης μιας έκπτωσης στη τελική τιμή ακόμα και της τάξεως του 50%, η οποία όμως δεν είχε ιδιαίτερα πρακτικά οφέλη για τον καταναλωτή-αγοραστή, παρά μόνο ψυχολογικής φύσεως καθώς η «διαπραγμάτευση» αποτελούσε μέρος του marketing αφού συνδέεται άρρηκτα με το brand name του Παζαριού και εμμέσως της ίδιας της χώρας.
Μολονότι το Kapalıçarşı έκλεισε τις πύλες του,[1] τα μεγάλα παζάρια συνεχίζουν στη γείτονα χώρα. Η διαπραγματευτική δεινότητα των Τούρκων είναι εμφανής εάν παρατηρήσει κάποιος την δεξιότητα που έχουν στο να χρησιμοποιούν ακόμα και δυσμενείς εκ πρώτης όψεως καταστάσεις, προς όφελος τους.[2]
Και ενώ είναι πλέον πασιφανές πως η τρέχουσα προσφυγική κρίση αποτελεί μοχλό πίεσης εις βάρος της ΕΕ,[3] λίγα λόγια έχουν ειπωθεί για το εσωτερικό επιχειρησιακό «θέατρο» και την εσωτερική νομιμοποίηση που καλείται να διατηρήσει ο Ερντογάν.
Η πλέον πρόσφατη έκρηξη στη Μεγάλη οδό (İstiklal Caddesi) του Πέρα (Beyoğlu) στην Κωνσταντινούπολη, μια επίθεση η οποία πραγματοποιήθηκε στο πιο πολυσύχναστο σημείο της Πόλης, και κοντά στο Ελληνικό προξενείο, ήρθε να προσθέσει άλλη μια μαύρη σελίδα στο ιστορικό των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων που τείνουν δυστυχώς να γίνουν ένα συνηθισμένο φαινόμενο για τη γειτονική χώρα.[4],[5] Σε διάστημα μόλις ενός έτους, έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 11 (!) σημαντικές τρομοκρατικές επιθέσεις κυρίως σε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη με τις περισσότερες να λαμβάνουν χώρα στο δεύτερο μισό του 2015, ενώ μάλιστα αρκετές εξ αυτών είχαν ως αποτέλεσμα πολλούς νεκρούς και τραυματίες.[6],[7]
Μολονότι η γειτονική χώρα αντιμετώπιζε συχνά προβλήματα τρομοκρατικών επιθέσεων, αυτή η συγκυρία μοιάζει διαφορετική από τις προηγούμενες. Τα απανωτά τρομοκρατικά χτυπήματα φαίνεται πως αποτελούν ένα ισχυρό χαρτί νομιμοποίησης στα χέρια του Ερντογάν εν μέσω μιας πρωτοφανούς οργανωμένης προσπάθειας φίμωσης του Τύπου, και της κοινής γνώμης.[8]
Δεν είναι η πρώτη φορά όμως όπου η τουρκική πολιτική ηγεσία χρησιμοποιεί τα εις βάρος της χτυπήματα με έντεχνο τρόπο προς όφελός της. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητα οι βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2015, οι οποίες επαναλήφθηκαν στις αρχές Νοεμβρίου 2015 και των οποίων είχαν προηγηθεί δύο σημαντικά τρομοκρατικά χτυπήματα τα οποία δείχνουν πως συσπείρωσαν τον κόσμο, όχι μόνο υπέρ του Ερντογάν, αλλά πολύ περισσότερο κατά ενός κοινού εχθρού.[9],[10]
Αυτό το φαινόμενο το οποίο στη διεθνή βιβλιογραφία της πολιτικής επιστήμης και των διεθνών σχέσεων ορίζεται ως «Rally around the flag» (Συσπείρωση γύρω από τη σημαία)[11] έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να εξασφαλίσει ο Ερντογάν την πολυπόθητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις τελευταίες εκλογές, η οποία θα του χορηγούσε τις υπερεξουσίες που ήθελε, μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης και της μετάβασης σε ένα προεδρικό σύστημα (με αυξημένες αρμοδιότητες στον Πρόεδρο).
Το Rally around the flag effect φαίνεται εκ του αποτελέσματος ότι αποτελεί το κύριο συνεκτικό στοιχείο στην εσωτερική πολιτική σκηνή της γειτονικής χώρας τη δεδομένη χρονική στιγμή. Η πρόσφατη διπλωματική κρίση με τη Ρωσία, και η προσφυγική κρίση λόγω του Συριακού πολέμου, φαίνεται πως συντελούν στο ίδιο αποτέλεσμα, σε συνδυασμό πάντα με τις πολυάριθμες τρομοκρατικές επιθέσεις που δέχεται η Τουρκία το τελευταίο έτος.[12]
Ακόμα και εάν κάποιος απορρίψει πλήρως τους ισχυρισμούς ότι κάποιες από τις τρομοκρατικές επιθέσεις αυτές αποτελούν προβοκάτσια εκ μέρους της Τουρκικής κυβέρνησης, παραμένει άξιο απορίας το πως το παρεμβατικό και «συγκεντρωτικό» (όσον αφορά τον βαθμό ελέγχου στο εσωτερικό επιχειρησιακό «θέατρο») Τουρκικό κράτος απέτυχε να προλάβει όλες τις παραπάνω επιθέσεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε κεντρικά σημεία μεγάλων πόλεων και με ισχυρή αστυνομική παρουσία.[13] Άξιο αναφοράς είναι επίσης το γεγονός πως το Γερμανικό ΥΠΕΞ καθώς και η Γερμανική Πρεσβεία παρέμειναν κλειστές στις 18 και 19 Μαρτίου (ημέρα της τελευταίας επίθεσης) σε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη καθώς περίμεναν τρομοκρατική επίθεση, γεγονός που είχαν γνωστοποιήσει στο ευρύ κοινό και γνώριζε και η τουρκική κυβέρνηση.[14]
Συμπτωματικά οι επιθέσεις αυτές φαίνεται πως έχουν πολλαπλασιαστεί σε μια περίοδο όπου η τουρκική ηγεσία έρχεται αντιμέτωπη με διεθνή κατακραυγή για τη φίμωση του Τύπου, καθώς και για τους χειρισμούς της όσον αφορά το προσφυγικό.[15] Αντίθετα με τις αντιδράσεις όπου θα ανέμενε κάποιος στο εσωτερικό ενός «δημοκρατικού» κράτους, φαίνεται πως στην περίπτωση της Τουρκίας, η πλειοψηφία του κόσμου αποδέχεται σιωπηρά την υπάρχουσα κατάσταση, καθώς η «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» έχει οδηγήσει σε ένα πολωτικό κλίμα, αφού η εικόνα της θυματοποίησης της Τουρκίας είναι πλέον αποδεκτή όχι μόνο από το εσωτερικό ακροατήριο, αλλά και σε ένα μικρότερο βαθμό από το εξωτερικό.[16]
Ο εξωτερικός εχθρός, ο οποίος έχει πάρει στο παρελθόν πολλά ονόματα, είναι αυτή τη στιγμή –και πάλι– οι Κούρδοι τρομοκράτες. Και ενώ παλαιότερα υπήρχαν πιο σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ του PKK-τρομοκρατών και των υπολοίπων Κούρδων, αυτές οι γραμμές έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν.[17],[18] Οι Κούρδοι, οι οποίοι αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού της Τουρκίας,[19] φαίνεται πως σταδιακά βρίσκονται σε ολοένα και πιο επικίνδυνο γι’αυτούς περιβάλλον. Σε αυτό γεγονός ήρθε να συντελέσει και η πρόσφατη πρωτοβουλία του PYD/YPG (Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης Κούρδων Σύριων, το οποίο λογίζεται ως τρομοκρατική οργάνωση από την Τουρκία)[20] για τη δημιουργία ομοσπονδιακού συστήματος σε περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους στη βόρεια Συρία με το όνομα «Ομοσπονδία της βόρειας Συρίας».[21]
Συμπερασματικά, το πολωτικό κλίμα το οποίο έχει δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα των πολύνεκρων τρομοκρατικών επιθέσεων, έχει οδηγήσει όχι μόνο σε επαρκή νομιμοποίηση των πρωτοβουλιών του καθεστώτος Ερντογάν αλλά και σε ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο που χρησιμοποιείται όποτε οι συνθήκες το καθιστούν αναγκαίο.[22] Κάποιες μάλιστα από τις εν λόγω πρωτοβουλίες έχουν ζημιώσει άμεσα (διεθνές κύρος και θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη)[23] και έμμεσα τη χώρα (τουριστικός τομέας).[24]
Η φίμωση και ο έλεγχος του Τύπου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν «αναγκαία θυσία» της Δημοκρατίας, στο βωμό της ασφάλειας.[25] Καθώς το θεωρητικό εκκρεμές γέρνει ολοένα και περισσότερο προς το άκρο της ασφάλειας, απομακρύνεται από το αντίστοιχο άκρο της ελευθερίας. Δυστυχώς είναι αμφίβολο, το εάν θα επιτευχθεί πραγματική και ουσιαστική ασφάλεια καθώς η αποτροπή μελλοντικών τρομοκρατικών επιθέσεων φαντάζει αμφίβολη σε ένα καθεστώς το οποίο δείχνει να εστιάζει Μακιαβελικά στους πολιτικούς σκοπούς του. Η τακτική της Τουρκικής ηγεσίας φαίνεται πως είναι να διαχειρίζεται μεταξύ των άλλων και την ασφάλεια των πολιτών της με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχύει την διαπραγματευτική της ισχύ. Σε αυτό το ανατολίτικο παζάρι «υψηλής πολιτικής», το Ισλαμιστικό καθεστώς του Ερντογάν μοιάζει να αδιαφορεί για την κατ’ουσίαν ασφάλεια και ελευθερία των άτυχων πολιτών-θυμάτων του φαινομένου της τρομοκρατίας, στης οποίας τη δημιουργία, το ίδιο έχει συντελέσει σημαντικά.[26]
Πηγή ΚΕΔΙΣΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.