Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Γιατί το Βερολίνο επιμένει για πλεονάσματα 3,5% στην Ελλάδα; - Τα 4 σενάρια για το χρέος

 

15/12/2016 - 07:31
Γιατί το Βερολίνο επιμένει για πλεονάσματα 3,5% στην Ελλάδα; - Τα 4 σενάρια για το χρέος
Η γερμανική κυβέρνηση θέλει να στείλει ένα μήνυμα ότι διαφυλάττει τα χρήματα των Γερμανών φορολογουμένων
Μπορεί ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Γιάννης Βρούτσης, να παρουσίασε ως "συμπεφωνημένο" το στόχο του 3,5% στο πρωτογενές πλεόνασμα σε βάθος χρόνου από την Ελλάδα, ωστόσο στο έγγραφο που επικαλείται αυτό είναι ένα από 4 σενάρια που περιελάμβανε η πρώτη αξιολόγηση για το ελληνικό χρέος. 
Ειδικότερα, όπως αναφέρει το έγγραφο της αξιολόγησης με ημερομηνία 9 Ιουνίου 2016, η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους έχει βελτιωθεί από τον Αύγουστο του 2015, λόγω της καλύτερης του αναμενομένου ανάπτυξης, εισροής δημοσίων εσόδων και των μικρότερων κεφαλαιακών αναγκών των ελληνικών τραπεζών. 
Βέβαια, η οικονομία και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος επηρεάστηκαν περισσότερο από την πολιτική αβεβαιότητα και τα capital controls, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην υφεσιακή διαμόρφωση του ΑΕΠ. 
Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με το έγγραφο της αξιολόγησης, το πρωτογενές πλεόνασμα ήταν υψηλότερα του στόχου, αφού διαμορφώθηκε στο 0,7%, έναντι 0,25%. 
Επίσης, η καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης οδήγησε την ελληνική κυβέρνηση να στηριχθεί σε εσωτερικές πηγές χρηματοδότησης, μειώνοντας έτσι το ύψος του χρέους της. 
Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, το ελληνικό χρέος έφτασε στο 176,9% του ΑΕΠ το 2015, έναντι 196,3% του ΑΕΠ που είχε εκτιμηθεί κατά τη σύνταξη του προγράμματος. 
Όπως αναφέρει το έγγραφο, το χρέος αναμένεται να αυξηθεί το 2016, καθώς η ελληνική κυβέρνηση θα αρχίσει να λαμβάνει τις δόσεις από το πρόγραμμα, ενώ από το 2017 αναμένεται να αρχίσει η πτωτική τροχιά. 
Σύμφωνα με την έκθεση βιωσιμότητας του χρέους (DSA), στο βασικό σενάριο εκτιμάται ότι η Ελλάδα θα μειώσει κατά 4 δισ. ευρώ το χρέος μέχρι το τέλος του έτους, επιτυγχάνοντας σταδιακή αύξηση της μείωσης στο επόμενο έτος. 
Για να επιβεβαιωθεί όμως αυτό, είναι απαραίτητο να βελτιωθεί η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία και να ενισχυθεί η ανάπτυξη. 
Ειδικότερα, η DSA λαμβάνει ως παραμέτρους τα ακόλουθα:
• Βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά -0,3% το 2016, +2,7% το 2017 και 3,1% το 2018. 
Μακροπρόθεσμη ανάπτυξη του ΑΕΠ στο 1,5% μετά το 2021. 
• Τα συνολικά έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις υπολογίζονται σε περίπου 18 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 13 δισ. ευρώ προέρχονται από την ιδιωτικοποίηση των μη-τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων. 
Αυτές οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις για τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις είναι μια συντηρητική εκτίμηση των αναμενόμενων εσόδων. 
Καμία περαιτέρω ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν προβλέπεται σε αυτό το στάδιο και υποτίθεται ότι περισσότερο από τα ¾ των κεφαλαίων που χρησιμοποιήθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών το 2015 μπορεί να ανακτηθούν από την ιδιωτικοποίηση των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων (4,5 δισ. ευρώ).
• Σε όρους πρωτογενούς πλεονάσματος, η Ελλάδα αναμένεται να φθάσει σε πλεόνασμα ύψους 0,5% του ΑΕΠ το 2016, 1,75% το 2017 και 3,5% το 2018. 
Στη συνέχεια, η Ελλάδα αναμένεται να διατηρήσει το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% για περίοδο 10 ετών, ενώ μετά την οποία θα αρχίσει να μειώνεται σταδιακά στο 1,5% μέχρι το 2040.
• Τα επιτόκια της αγοράς θα διαμορφώνονται ως τον αναμενόμενο ρυθμό χωρίς κίνδυνο συν ένα ασφάλιστρο κινδύνου, ενώ αναμένεται να φθάσουν στο 5,1% το 2019 και στο 5,6% το 2024, λόγω της αύξησης του ελεύθερου ποσοστού κινδύνου. 
Στη συνέχεια θα σταθεροποιηθεί στο 4,8% μέχρι το 2050.
Με βάση αυτές τις παραδοχές, ο δείκτης του ελληνικού χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να φθάσει το 182,9% το 2016, 181,8% το 2017, 157,3% το 2020, 145,5% το 2022 και 100,7% το 2060. 
Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες (GFN), ως ποσοστό του ΑΕΠ προβλέπονται στο 16,9% το 2016, 18,2% το 2017, στο 7,4% το 2020 και 8,4% το 2022. 
Οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες θα αυξηθούν στη συνέχεια, από τη δεκαετία του 2020, για να φτάσουν στο 23,3% από το 2060, πάνω από το όριο της βιωσιμότητας του χρέους (το οποίος είναι 15% έως 20%). 
Δεδομένου του υψηλού χρέους προς το ΑΕΠ και των υψηλών GFN, παραμένουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους στην Ελλάδα, αναφέρει το έγγραφο. 

Δύο αρνητικά σενάρια

Εκτός του βασικού σεναρίου υπάρχουν δύο αρνητικά σενάρια, κατά τα οποία λαμβάνεται υπόψιν ένα πιο δυσμενές εξωτερικό οικονομικό περιβάλλον και μια ταχύτερη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος (σενάρια Β και Γ). 
Σε αυτά τα σενάρια ο ρυθμός ανάπτυξης μειώνεται κατά 0,25 μ.β. ανά έτος σε σύγκριση με το σενάριο αναφοράς μεταξύ 2019 και 2030. 
Το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να παραμείνει σε στόχους του προγράμματος μέχρι το 2018 και να αρχίσει να μειώνεται πέντε χρόνια μετά το τέλος του προγράμματος κατά το σενάριο Β και αμέσως μετά το πρόγραμμα κατά το σενάριο Γ, οδηγώντας σε ένα συνολικό μέσο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα 2% και 1,7% αντιστοίχως για την περίοδο μετά το πρόγραμμα. 
Επιπροσθέτως, στα σενάρια Β και Γ τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων είναι χαμηλότερα, ενώ η πιθανότητα ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών διατηρείται καθ 'όλη τη διάρκεια του εξεταζόμενου ορίζοντα.
Επίσης, το χρέος προς το ΑΕΠ σταθεροποιείται σε υψηλό επίπεδο, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα στο σενάριο Β και αρχίζει η αύξηση έντονα από το 2035 και μετά, φθάνοντας σχεδόν στο 191% το 2060. 
Η δυναμική του χρέους στο σενάριο Γ είναι εκρηκτική από τα μέσα της δεκαετίας του 2030 και μετά φτάνοντας στο 268% του ΑΕΠ το 2060.
Η εικόνα είναι παρόμοια για τις GFN προς το ΑΕΠ: υπερβαίνουν το όριο βιωσιμότητας του 15% το 2029 για να φθάσουν στο 45,2% από το 2060 στο σενάριο Β. 
Επίσης, υπερβαίνουν το όριο βιωσιμότητας 15% το 2026 για να φτάσουν πάνω από 60% έως το 2060 στο σενάριο Γ.
Στον αντίποδα, ένα θετικό σενάριο (σενάριο Δ) προϋποθέτει μια πιο ευνοϊκή μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και καλύτερη δημοσιονομική απόδοση. 
Η ανάπτυξη υποτίθεται ότι είναι 0.25 μ.β. υψηλότερη σε σύγκριση με τη γραμμή βάσης μετά το 2019. 
Τα έσοδα ιδιωτικοποιήσεων θα ανέλθουν στα 20 δισ. ευρώ από το 2015 έως το 2022, καθώς θα περιλαμβάνουν έσοδα από την ιδιωτικοποίηση των τραπεζών ύψους 5,7 δις ευρώ. 
Το δημοσιονομικό πρωτογενές πλεόνασμα βασίζεται σε στόχους του προγράμματος και παραμένει στο 3,5% του ΑΕΠ για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. 
Το συνολικό πρωτογενές πλεόνασμα είναι κατά μέσο όρο 2,4% του ΑΕΠ κατά την περίοδο μετά το πρόγραμμα. 
Σε αυτό το σενάριο το χρέους προς το ΑΕΠ θα φτάσει στο 155,8% το 2020, 142,2% το 2022 και 110% το 2030, πριν μειωθεί στο 62,2% το 2060.
Το υψηλό χρέος προς το ΑΕΠ και οι χρηματοδοτικές ανάγκες που προκύπτουν από αυτό δεν αίρουν τις σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα. 
Οι ανησυχίες πρέπει να αντιμετωπιστούν με την εφαρμογή του εκτεταμένου και αξιόπιστου προγράμματος μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στο συμπληρωματικό μνημόνιο συμφωνίας. 
Ένας κατάλληλος συνδυασμός των μέτρων διαχείρισης του χρέους (συμπεριλαμβανομένου του κλειδώματος χαμηλά των επιτοκίων), επέκτασης των προθεσμιών εξόφλησης και περιόδους χάριτος θα επιτρέψουν στην επαναφορά του ελληνικού χρέους σε ένα βιώσιμο επίπεδο, χωρίς την ανάγκη για ένα ονομαστικό κούρεμα, καταλήγει το έγγραφο. 



Γιατί το Βερολίνο επιμένει στους στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων

Η Γερμανία σαφώς λαμβάνει υπόψιν της το εσωτερικό ακροατήριο, ενόψει μάλιστα και των εκλογών το προσεχές Φθινόπωρο, την ώρα που η δυσθυμία για το ελληνικό πρόγραμμα αυξάνεται. 
Μάλιστα, στους κύκλους της γερμανικής κυβέρνησης θεωρείται ότι το να επιβληθεί υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα στην ελληνική κυβέρνηση θα είναι ένα μήνυμα ότι διαφυλάττει τα χρήματα των Γερμανών φορολογουμένων. 
Βέβαια, το ΔΝΤ είναι κατά της πρότασης αυτής. 
Μία τέτοια πολιτική επιλογή θα κινδύνευε να «πνίξει» την εκκολαπτόμενη ανάκαμψη και να πάει πίσω τον στόχο για την μείωση του δημοσίου χρέους. 
Το Ταμείο υποστηρίζει επίσης, ότι η Ελλάδα πολύ πιθανό να χρειαστεί μία περαιτέρω μείωση του χρέους της, είτε με ονομαστική διαγραφή, είτε με μείωση στην καθαρή παρούσα αξία μέσω των ωριμάνσεων και των αλλαγών στα επιτόκια πληρωμής.

Αναλυτικά τι αναφέρει το DSA για το ελληνικό χρέος





Α.Τ.
www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου