Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Νέο Ευρωπαϊκό Δίκαιο καλύπτει εργατικά δικαιώματα – του τ. πρέσβη Ν. Γαλανόπουλου

 

Νέο Ευρωπαϊκό Δίκαιο καλύπτει εργατικά δικαιώματα – του τ. πρέσβη Ν. Γαλανόπουλου- του τ. πρέσβη Ν. Γαλανόπουλου 
Λάβαμε και αναδημοσιεύουμε μια επιστολή – άρθρο, του τ.πρέβη Νίκου Γαλανόπουλου, σχετικά με τις επιπτώσεις από την “προσχώρηση της ΕΕ στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου” δημιουργούνται ζητήματα και νέες προϋποθέσεις για την απόδοση του δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που αφορούν ουσιαστικά και τη χώρα μας. Το παραθέτουμε:
Αγαπητέ Δραγουμάνε,
Μετά την οπισθοδρόμηση που δέχτηκε η ελληνική κοινωνία, στις εργασιακές συνθήκες, στα δικαιώματα του εργατικού δικαίου και στα κοινωνικά ή ασφαλιστικά δικαιώματα, μία ελπίδα φωτός για μελλοντική διασφάλισή του, έστω και σε χαμηλότερο επίπεδο αλλά σε ευρωπαϊκό πλέον πλαίσιο, εμφανίζεται με τη διαδικασία της προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η εν λόγω προσχώρηση για την οποία στη Συνθήκη της Λισσαβώνας (2007) δεν γίνεται απλή μνεία, αλλά με το άρθρο 6, παρ. 1 προβλέπεται ως υποχρεωτική για την Ένωση, συν τοις άλλοις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Στρασβούργο) αποκτά πλέον αρμοδιότητα όχι μόνο να κρίνει αν οι πράξεις και αποφάσεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι συμβατές με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και αν το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο είναι σύμφωνο προς αυτή, μειώνοντας έτσι τον αποκλειστικό ρόλο του κριτή των κρατών μελών της Ε.Ε. ως προς το ευρωπαϊκό δίκαιο τον οποίο είχε μέχρι σήμερα το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Στη διαδικασία αυτή που εξελίσσεται χωρίς να προβλέπονται εμπόδια από πλευράς κρατών μελών της Ε.Ε. και θα καταλήξει στην υπογραφή μιας σύμβασης προσχώρησης την οποία θα υπογράψουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα 47 κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, έχουν εκφράσει κάποιες επιφυλάξεις ορισμένοι νομικοί και δικαστικοί κύκλοι της χώρας μας επικαλούμενοι την πιθανολογούμενη καθυστέρηση της διαδικασίας των εθνικών δικαστηρίων από προδικαστικές διερευνήσεις συμβατότητας μιας πράξεως τόσο με το ευρωπαϊκό δίκαιο όσο και με την Ε.Σ.Δ.Α. Έχει εκφραστεί βέβαια και η αντίθετη άποψη από πανεπιστημιακούς κύκλους, τοποθετούμενους από άλλη οπτική γωνία, και με τον ισχυρισμό ότι  το σημερινό ισχύον δίκαιο της Ε.Ε., πρωτότυπο ή παράγωγο, ακόμα και τα ισχνά ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνει, θα ερμηνεύεται με την ερμηνεία που έχει δώσει μέχρι σήμερα στη νομολογία του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έχει όμως μεγαλύτερη σημασία να τοποθετηθούμε και εμείς οι απλοί πολίτες μπροστά σ’ αυτό το θέμα και να τονίσουμε τα πλεονεκτήματα που θα έχουμε από την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την επιφύλαξη βέβαια ότι δεν μπορούμε να προβλέψουμε το ακριβές κείμενο της συνθήκης προσχώρησης το οποίο τελικά θα υπογραφεί.
Για να φέρουμε ένα παράδειγμα από σημερινές δικαστικές διεκδικήσεις, για τις οποίες προσωπικά προβλέπω ότι θα φθάσουν να εξεταστούν πέραν των ελληνικών δικαστηρίων και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναφέρω τις εκκρεμούσες διπλές εφέσεις τις οποίες έχουν ασκήσει στο Ελεγκτικό Συνέδριο οι συνταξιούχοι διπλωματικοί υπάλληλοι, υποστηρίζοντας την αντισυνταγματικότητα των περικοπών του Ιανουαρίου 2013 (ορισμένες από τις οποίες εφαρμόστηκαν αναδρομικά από τον Αύγουστο 2012), με βάση την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των διατάξεων περί προστασίας της περιουσίας όπως προστατεύονται από το άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Υπάρχουν τρία (3) ενδεχόμενα: α) Το Ελεγκτικό Συνέδριο να κάνει δεκτές τις παραπάνω προσφυγές, με αιτιολογία ανάλογη προς εκείνη την οποία φημολογείται ότι έχει υιοθετήσει προ ημερών το Συμβούλιο Επικρατείας κρίνοντας επί προσφυγών Ενώσεων των ενστόλων (αν και η σχετική απόφαση Σ.τ.Ε. κάνει μνεία και της ειδικής αποστολής των ενστόλων) και το κράτος να συμμορφωθεί, ακυρώνοντας τις σχετικές αποφάσεις περικοπών και καταβάλλοντας τη διαφορά στους δικαιούμενους, β) Το Ελεγκτικό Συνέδριο να κάνει δεκτές τις προσφυγές, αλλά το κράτος να μην εφαρμόσει τις σχετικές ακυρωτικές αποφάσεις, γ) το Ελεγκτικό Συνέδριο να απορρίψει τις προσφυγές κρίνοντας τελείως διαφορετικά από το σκεπτικό της πρόσθετης απόφασης του Σ.τ.Ε. ως προς τη συμβατότητα των περικοπών με τις διατάξεις του Συντάγματος. Στην τελευταία περίπτωση, επειδή θα υπάρχουν αντιφατικές περί συνταγματικότητας ή μη αποφάσεις μεταξύ δύο ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας μας, με βάση το άρθρο 100 του Συντάγματος, συγκροτείται και συγκαλείται το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το οποίο θα αποφασίσει τελικά περί αντισυνταγματικότητας και, αν κρίνει αντισυνταγματική τη σχετική διάταξη νόμου, έχει δικαίωμα (μοναδική περίπτωση στο Σύνταγμά μας) να ακυρώσει το νόμο ή τη σχετική διάταξη.
Όμως σε κάθε περίπτωση, με βάση το άρθρο 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί «προδικαστικής παραπομπής», αν προβληθεί από τον προσφεύγοντα διάδικο ο ισχυρισμός ότι «η κρινόμενη διάταξη νόμου είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο» και η υπόθεση κρίνεται από ανώτατο δικαστήριο (Συμβούλιο Επικρατείας, Άρειο Πάγο, Ελεγκτικό Συνέδριο) το εν λόγω δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση οι προσφυγές (εφέσεις) των συνταξιούχων διπλωματικών υπαλλήλων πριν από την προσχώρηση της Ε.Ε. στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν θα έβρισκαν επαρκές έρεισμα στις διατάξεις περί προστασίας της περιουσίας της Συνθήκης της Λισσαβώνας ή στις διατάξεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.,οι οποίες είναι σχετικά αδύναμες. Γενικώς τα ανθρώπινα δικαιώματα παρά τις στομφώδεις διακηρύξεις τους στα σχετικά άρθρα που αναφέρονται, με βάση την υπάρχουσα νομολογία του Δ.Ε.Ε. δεν παρέχουν ουσιαστική προστασία. Περισσότερο οι διατάξει περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πρωτογενές και παράγωγο δίκαιο της Ε.Ε. είναι «ισότητα δικαιωμάτων και αποφυγή διακρίσεων μεταξύ εργαζομένων, όλων μαζί ακόμα και σε ένα καθεστώς οιονεί σκλαβιάς».
Μετά την προσχώρηση όμως της Ε.Ε. στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την ίδια «προδικαστική παραπομπή» το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα έχει επιληφθεί των υποθέσεων θα κρίνει με βάση μεν τις διατάξεις περί προστασίας της περιουσίας της Συνθήκης της Λισσαβώνας και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αλλά με την ερμηνεία που έχει δώσει, με τη νομολογία του, το Δικαστήριο του Στρασβούργου (Ε.Δ.Δ.Α.) δηλαδή «πλήρη προστασία τη περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ).
Αλλά και μετά την προσχώρηση της Ε.Ε. στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το όφελος του προσφεύγοντος θα είναι ακόμα μεγαλύτερο από τον να είχε προσφύγει μόνο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Στρασβούργο):
-       Δεν θα απαιτείται η εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων, αφού με την προδικαστική παραπομπή η υπόθεση θα μεταβιβάζεται απ’ ευθείας (από τον Αρειο Πάγο, το Συμβουλιο Επικρατείας ή το Ελεγκτικό Συνέδριο) στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που θα εκδίδει απόφαση σεβόμενη τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
-       Ενώ το δικαστήριο του Στρασβούργου (Ε.Δ.Α.Δ.) θα εξέδιδε απόφαση ακόμα και αν γινόταν δεκτή η προσφυγή, αποδίδοντας στον προσφεύγοντα μόνο «εύλογη» αποζημίωση και όχι «πλήρη», το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα εκδίδει ακυρωτική απόφαση απόλυτα δεμευτική για το κράτος και με συνέπεια την «πλήρη» αποζημίωση του προσφεύγοντος.

Μου αντιτάσσουν ότι «το παραπάνω θέμα είναι νομικό, δεν μπορούμε να το αναλύσουμε εμείς, που είμαστε διπλωμάτες». Όμως μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι σωστή. Σε ό,τι αφορά εμένα, ως συνταξιούχος Πληρεξούσιος Υπουργός δεν έχω κανένα οργανικό, υπηρεσιακό ή άλλο δεσμό με το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλο φορέα χάραξης εξωτερικής πολιτικής, μόνη υπηρεσία με την οποία έχω δεσμό είναι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους που μου δίνει τη σύνταξή μου. Εξάλλου τίποτα δεν με εμποδίζει να αναλύω θέματα με τα οποία έχω ασχοληθεί λόγω γνώσεών μου και εμπειρίας μου από σπουδές μου ή προηγούμενη επαγγελματική (πριν ΥΠΕΞ) ενασχόληση.
Αλλά και για ουσιαστικούς λόγους δεν ευσταθεί η άποψη ότι «αυτά είναι νομικά και εξ,αυτού του λόγου δεν είμαστε αρμόδιοι να εκφράσουμε άποψη» όπως έχουν ισχυριστεί συνάδελφοί μου. Με βάση όμως και με το δικό τους τρόπο θεώρησης, θα έπρεπε επίσης να ήσαν αναρμόδιοι για να εκφράσουν δημόσια:
-       την άποψη ότι «τα Μνημόνιά μας έχουν παραβιάσει 20 και πλέον άρθρα περί προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Συνθήκης της Λισσαβώνας», αφού το αν υπήρχε ουσιαστική προστασία από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας δεν κρίνεται από τη διατύπωση ορισμένων άρθρων, αλλά από την ερμηνεία τους που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).
-       την όλη ανάπτυξη που προσπαθούν να κάνουν για το πως θα συνεχίσει να ασκείται η «Κοινή Εξωτική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας», αφού στα πλαίσια της τελευταίας τα τελευταία χρόνια έχουν διενεργηθεί περιπολίες πολεμικών πλοίων της Ε.Ε. στο θαλάσσιο χώρο πλησίον των ακτών της Σομαλίας και, κατά τις επιχειρήσεις, έχουν συλληφθεί Σομαλοί πειρατές. Η μεταχείριση και η νομική αντιμετώπιση των συλλαμβανόμενων πειρατών είναι τελείως διαφορετική από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το οποίο κρίνει τη σύλληψη νόμιμη) και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (το οποίο την κρίνει παράνομη) και όμως και τα δύο δικαστήρια θα διαμορφώνουν, το ένα άμεσα και το άλλο έμμεσα, το ευρωπαϊκό δίκαιο, μετά την προσχώρηση.
25 Ιανουαρίου 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Απλοί τρόποι να ενισχύσετε το ανοσοποιητικό σύστημα του παιδιού

  ΠΑΙΔΙ  |  10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2020 | 06:00  |  IMOMMY TEAM Ειδικά αυτήν την περίοδο που η πανδημία του κοροναϊού απειλεί την υγεία ...