Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Οι βαθιές ρίζες του ενδοτισμού

Του Γιώργου Καραμπελιά*
Ένα φαινόμενο που έχει εκπλήξει ακόμα και τους πιο ακραίους αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ είναι η αξιοθαύμαστη συνοχή την οποία επιδεικνύουν απέναντι σε όλες τις υποχωρήσεις, τις παλινωδίες, τις προδοσίες, τα καραγκιοζιλίκια τα οποία διαπράττει η ηγεσία τους. Αυτοί εκεί, «μπετόν αρμέ». Όπως βέβαια και οι συγκυβερνήτες τους, των ΑΝΕΛ.
Βεβαίως, έχουν επανειλημμένα τονιστεί αρκετές από τις αιτίες αυτής της συμπεριφοράς: Πρόκειται για τυχάρπαστους οι οποίοι, αφού ανέβηκαν στην εξουσία ως εκ θαύματος –εξαιτίας της κρίσης–, γνωρίζουν πως αυτή η ευνοϊκή συγκυρία δεν πρόκειται να ξαναέλθει και γι’ αυτό μένουν γαντζωμένοι στις καρέκλες τους μέχρι τελικής πτώσεως· οποιαδήποτε «προδοσία» και αν διαπράξουν απέναντι στις υποσχέσεις και τις ιδεολογίες τους. Και προφανώς δεν είναι αμελητέα τα χιλιάρικα και οι απολαβές του βουλευτικού θώκου και οι χιλιάδες διορισμοί στο κράτος και τις ΜΚΟ. Ωστόσο, ούτε και στο εσωτερικό του κόμματος, ακόμα και σε όσους δεν είναι διορισμένοι –ελάχιστοι έχουν απομείνει–, φαίνεται να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος αναβρασμός.
Ακόμα παραπέρα, ούτε καν το ΚΚΕ ούτε η εξωκοινοβουλευτική αριστερά δείχνουν κινητικότητα και αντιπολιτευτική διάθεση ανάλογη με εκείνη που έδειχναν πριν ανέβει στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ. Διότι βέβαια, σε ό,τι αφορά στη διάλυση της εκπαίδευσης, τον εθνομηδενισμό στα βιβλία της ιστορίας, τον πολυπολιτισμό, το μεταναστευτικό και τα σύμφωνα συμβίωσης, βρίσκονται στην ίδια γραμμή με την κυβερνητική πολιτική.
Όμως, αυτό το φαινόμενο της χωρίς προηγούμενο εκχώρησης της εθνικής περιουσίας από την αριστερά στους ξένους δανειστές δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξηγηθεί απλώς και μόνο με την ιδιοτέλεια της εξουσίας και των αριστερών ιδεολογημάτων. Θα πρέπει να σκάψουμε βαθύτερα για να το ερμηνεύσουμε. Το γεγονός, π.χ., ότι αδιαφορούν για την πλήρη αποεθνικοποίηση την ελληνικών τραπεζών, την εκχώρηση των λιμανιών και των αεροδρομίων κ.λπ. έχει δυστυχώς μια βαθύτερη ιδεολογική καταγωγική μήτρα: τον θεμελιώδη εθνομηδενισμό του κυρίαρχου ρεύματος της ελληνικής αριστεράς, δυστυχώς από τα γεννοφάσκια του.
Από την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων και μετά, δύο παρατάξεις στην Ελλάδα θα ταχθούν ενάντια στη «Μεγάλη Ιδέα» της εθνικής ολοκλήρωσης: η βασιλικο-λαϊκή δεξιά και η κομμουνιστική αριστερά. Αυτές οι δυνάμεις θα αντιταχθούν και θα υπονομεύσουν με κάθε τρόπο την εθνική ολοκλήρωση του ελληνισμού – στην πρώτη περίοδο κατ’ εξοχήν η δεξιά. Και η μεν δεξιά, μέχρι το 1960, θα εμμένει στη φιλοτουρκική πολιτική της, η δε αριστερά στη φιλοσλαβική. Εξ ου και το οίκαδε των βασιλικών και του κομμουνιστικού κόμματος, από τη Σμύρνη, η υποστήριξη της «ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης» από το ΚΚΕ, ο δοσιλογισμός μεγάλου μέρους της δεξιάς, στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής.
Η Αριστερά, στη διάρκεια της Κατοχής, θα συμπλεύσει με το λαϊκό αντιστασιακό αίσθημα και θα το εκφράσει οργανωτικά, δεδομένου εξάλλου ότι και ο μεγάλος της πάτρωνας, η Σοβιετική Ένωση, πολεμούσε ενάντια στους Γερμανούς. Παρ’ όλα ταύτα, στη συνέχεια θα εμπλακεί ασύγγνωστα στον Εμφύλιο με μια Δεξιά που θα περάσει από τους Γερμανούς στους Εγγλέζους, ενώ το 1949 θα θυμηθεί και πάλι το «Μακεδονικό». Πάντως, μέσα από την Αντίσταση και στα άμεσα μεταπολιτευτικά χρόνια η Αριστερά θα συνδεθεί, και κάποτε θα ταυτιστεί, με τους λαϊκούς αγώνες και, δεδομένου ότι η Ελλάδα βρισκόταν υπό δυτική ηγεμονία, θα μπορεί να λειτουργεί και ως αντιιμπεριαλιστική δύναμη. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, στην Κύπρο, ο ομογάλακτος αδελφός της, το ΑΚΕΛ, θα απέχει από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, τον οποίο θα στηρίζει η ελληνική Αριστερά!

Όταν, εντούτοις, μετά το 1964, η πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης θα αντιταχθεί στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, η ηγεσία της ελληνικής Αριστεράς θα αρχίσει να απομακρύνεται από το αίτημα της Ένωσης και θα αρχίσει σταδιακώς να μετακινείται προς εκείνο της «ανεξαρτησίας». Το ΑΚΕΛ και η ελληνική Αριστερά, αίφνης, θα επιμένουν όλο και πιο πολύ στα δικαιώματα των «αδελφών μας Τουρκοκυπρίων». Παράλληλα, η Δεξιά αποδείχτηκε ανίκανη να ακολουθήσει μια εθνικοαπελευθερωτική γραμμή, δεδομένης της εξάρτησής της από τις ΗΠΑ, εξάρτηση που θα οδηγήσει αρχικώς στην αποχώρηση της ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο και, τελικά, στο πραξικόπημα και την προδοσία του Ιωαννίδη. Τί έκανε όμως την ίδια περίοδο η ηγεσία της αριστεράς; Έφτασε ακόμα και να επιχαίρει για την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων, γιατί έτσι αποτύγχανε το πραξικόπημα στην Κύπρο και κατέρρεε η δικτατορία στην Ελλάδα!
Δηλαδή, σε όλη την ιστορική διαδρομή, από τους Βαλκανικούς Πολέμους και μετά, οι ηγεσίες της Αριστεράς και της Δεξιάς παρεμπιπτόντως μόνο βρέθηκαν να συμβαδίζουν με το λαϊκό αίσθημα (ο Μεταξάς το 1940 και η ηγεσία της Αριστεράς στη διάρκεια της αντίστασης) και μόνο κάποιες «αιρετικές» δυνάμεις της αριστεράς που εξέφραζαν ένα δρόμο που ξεκινάει από τους Ριζοσπάστες των Επτανήσων (ο Σταύρος Καλλέργης, ο Μαρίνος Αντύπας, ο Γιαννιός, ο Σκληρός,) ή της κεντροαριστεράς, ο Παπαναστασίου κ.λπ. –μέχρι το ΠΑΣΟΚ των πρώτων χρόνων– θα εκφράζουν, λιγότερο ή περισσότερο, μια γραμμή σύνθεσης κοινωνικών και εθνικών προταγμάτων. Η ηγεσία της κυρίαρχης Αριστεράς και η ηγεσία της Δεξιάς υπήρξαν πάντοτε στην Ελλάδα, καθεμιά με τον τρόπο της, ενάντιες σε μια εθνική πατριωτική αντίληψη. Χαρακτηριστικά, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, η Αριστερά θα επικρίνει διαρκώς τις «υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες», θα κηρύττει την ελληνοτουρκική φιλία και η ανανεωτική της πτέρυγα –που συγκροτεί και τον πυρήνα του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ– θα καλλιεργεί έναν άκριτο ευρωπαϊσμό και «αντιεθνικισμό».
Κατά συνέπεια, ο εθνομηδενισμός είναι οργανικό στοιχείο της ιδεολογίας της ελληνικής Αριστεράς, στην πλειοψηφία της, όπως η υποταγή στους δυτικούς πάτρωνες είναι επίσης οργανικό στοιχείο της Δεξιάς. Ό,τι θετικό έχει γίνει στη χώρα έγινε παρά και ενάντια σε αυτές τις κυρίαρχες ιδεολογίες, ακόμα και εάν τα σχετικά κινήματα ηγεμονεύονταν από τους μεν ή από τους δε. Το ΕΑΜ, δημιούργημα του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού, ηγεμονεύτηκε από ένα κομμουνιστικό κόμμα που χειραγώγησε την αυτοθυσία των μελών του με τον χειρότερο τρόπο και καταδίκασε ακόμα και τον ίδιο τον ηγέτη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, τον Άρη Βελουχιώτη. Η Δεξιά ηγήθηκε του αγώνα της ΕΟΚΑ στην Κύπρο αλλά, ακριβώς λόγω των εξαρτήσεών της, τον άφησε ημιτελή και στη συνέχεια οδήγησε σε τεράστιες συμφορές με το πραξικόπημα.
Άνθρωποι λοιπόν που έχουν γαλουχηθεί, σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, με το μίσος για την πατρίδα τους, που αρνούνται την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού, που θεωρούν πως θα πρέπει να αποσυνδεθεί κάθε ιστορική σύνδεση της Ελλάδας με την ορθοδοξία, που πιστεύουν πως είναι «εθνικιστική ιδέα» η άποψη που υποστηρίζει ότι οι τράπεζες και οι μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας πρέπει να ανήκουν σε Έλληνες ιδιοκτήτες και καλλιεργεί αντίθετα έναν ψευτο «διεθνισμό», του τύπου «ίδια είναι τα αφεντικά ελληνικά-γερμανικά», με ελαφρά συνείδηση μπορούν να προχωρήσουν στα μεγαλύτερα ξεπουλήματα χωρίς να ιδρώνει τ’ αυτί τους. Αυτό και κάνουν οι Συριζαίοι, ανεπίγνωστα, ασύγγνωστα και ανενδοίαστα.
Είναι καιρός, λοιπόν, μετά από δεκαετίες «λάθη» και «προδοσίες», που έχουν πληρώσει πριν από όλους οι ίδιοι οι οπαδοί και τα μέλη της Αριστεράς, ιδιαίτερα από τα λαϊκά στρώματα, να αντιμετωπίσουν κατάματα την πραγματικότητα: Ακριβώς επειδή η ηγεμονική άποψη της ελληνικής Αριστεράς αρνιόταν, και συνεχίζει να αρνιέται, πως η πατρίδα μας διεξάγει πριν από όλα έναν αγώνα με εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά, γι ’αυτό και εκχωρούν εν τέλει με τόση ευκολία και αναισχυντία και τα κοινωνικά δικαιώματα. Έτσι, λοιπόν, εάν θέλουν οι ίδιοι να συνεχίσουν σε μια κατεύθυνση πατριωτική, θα πρέπει να αποκοπούν οριστικά από αυτή την Αριστερά, τον Τσίπρα και τις παραφυάδες του. Και, προφανώς, το ίδιο ισχύει για τους πατριώτες της Δεξιάς. Άραγε τους εκφράζει ο Καμένος ή οι ναζί «γερμανοτσολιάδες»;

*Ο κ. Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας, επικεφαλής του Κινήματος Άρδην.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου